Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Παραλογισμός είναι να κάνεις το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά και να περιμένεις διαφορετικά αποτελέσματα» λέει η φράση που αποδίδεται στον Άλμπερτ Άινστάιν, η οποία και συμπυκνώνει την πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη στην αντιμετώπιση της ακρίβειας και δη στα μέτρα που εξαγγέλθηκαν για τις τιμές στα καύσιμα 20 μέρες μετά την επίθεση ΗΠΑ Ισραήλ στο Ιράν.

Η εμπειρία του 2022 με το λεγόμενο «Fuel Pass» δεν αποτελεί απλώς ένα αποτυχημένο μέτρο πολιτικής. Αποτελεί μια σαφή απόδειξη για το πώς μια κρατική παρέμβαση, χωρίς ουσιαστικούς μηχανισμούς ελέγχου της αγοράς, μπορεί να καταλήξει να ενισχύει την αισχροκέρδεια αντί να ανακουφίζει τον πολίτη. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται εν μέσω πανηγυρισμών των κυβερνητικών στελεχών.

Αν εξετάσουμε τα δεδομένα της περιόδου εκείνης, προκύπτει μια αδιαμφισβήτητη εικόνα. Πριν την εφαρμογή του Fuel Pass 1, δηλαδή τον Μάρτιο του 2022, η διαφορά της τιμής της βενζίνης στην Ελλάδα σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν περίπου +0,10 ευρώ ανά λίτρο. Αυτό μεταφραζόταν σε μια επιβάρυνση περίπου 5 ευρώ για ένα τυπικό γέμισμα 50 λίτρων.

Με την εφαρμογή του μέτρου – που παρείχε επιδότηση 13,3 ευρώ τον μήνα – θα περίμενε κανείς ότι η πίεση στον καταναλωτή θα μειωνόταν. Αντίθετα, συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Μέσα σε τρεις μήνες, η διαφορά τιμής εκτινάχθηκε στα +0,40 ευρώ ανά λίτρο. Δηλαδή, στο ίδιο γέμισμα των 50 λίτρων, η επιβάρυνση έφτασε τα 20 ευρώ. Μια καθαρή αύξηση 15 ευρώ σε σχέση με πριν.

Το συμπέρασμα είναι απλό: η αύξηση της διαφοράς τιμής απορρόφησε πλήρως, και μάλιστα ξεπέρασε, την κρατική επιδότηση. Με άλλα λόγια, ο καταναλωτής λάμβανε 13,3 ευρώ τον μήνα, αλλά έχανε τουλάχιστον 15 ευρώ μόνο από τη διεύρυνση της απόκλισης τιμών. Το σύνολο της ενίσχυσης κατέληγε στην αγορά  και συγκεκριμένα στα περιθώρια κέρδους της εφοδιαστικής αλυσίδας καυσίμων.

Αυτό δεν είναι θεωρητική υπόθεση. Η διαφορά τιμών μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ λειτουργεί ως ένας αξιόπιστος δείκτης που αποδεικνύει την στρέβλωση της αγοράς. Όταν η απόκλιση αυξάνεται σημαντικά χωρίς αντίστοιχη μεταβολή στο διεθνές κόστος, τότε μιλάμε για φαινόμενα αισχροκέρδειας εντός της εγχώριας αγοράς.

Η ίδια εικόνα διατηρήθηκε και στο Fuel Pass 2, όπου η επιδότηση διπλασιάστηκε στα 26 ευρώ τον μήνα. Παρά την αυξημένη ενίσχυση, οι τιμές στην Ελλάδα δεν επανήλθαν ποτέ στα επίπεδα πριν την πρώτη παρέμβαση. Η αγορά είχε ήδη “ενσωματώσει” την επιδότηση στις τελικές τιμές.

Εδώ βρίσκεται και το βασικό πολιτικό ζήτημα. Η κυβέρνηση επέλεξε να στηρίξει την κατανάλωση χωρίς να παρέμβει στη δομή της αγοράς. Δεν υπήρξε ουσιαστικός έλεγχος στα περιθώρια κέρδους των διυλιστηρίων, των εταιρειών εμπορίας ή των πρατηρίων. Δεν υπήρξε πλαφόν, ούτε μηχανισμός δυναμικής εποπτείας. Το αποτέλεσμα ήταν προβλέψιμο: η επιδότηση μετακυλίστηκε προς τα πάνω.

Αυτό που παρουσιάζεται ως κοινωνική πολιτική, λειτουργεί τελικά ως έμμεση ενίσχυση του καρτέλ των καυσίμων. Ένα  «Kartell pass» δηλαδή στη χώρα όπου η αγοραστική των πολιτών ήδη υπολείπεται κατά 32% από το μέσο όρο της Ευρώπης  σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat πού μας κατατάσει στην 27η θέση στους 27, παρέα με τη γειτονική Βουλγαρία στον σχετικό δείκτη.

Σήμερα, παρακολουθούμε μια επανάληψη της ίδιας λογικής. Από τα μέτρα που ανακοινώθηκαν, μόνο ένα μέρος αφορά άμεσα τον πολίτη. Περίπου 130 εκατομμύρια ευρώ κατευθύνονται στο νέο Fuel Pass, ενώ 15 εκατομμύρια δίνονται για τα λιπάσματα  μια ενίσχυση που στην πράξη καλύπτει μόλις ένα μικρό ποσοστό της αύξησης του κόστους.

Αντίθετα, σημαντικά ποσά κατευθύνονται αλλού: 56 εκατομμύρια ευρώ στις ακτοπλοϊκές εταιρείες και 51 εκατομμύρια στα διυλιστήρια για το diesel κίνησης. Πρόκειται για παρεμβάσεις που δεν μεταφράζονται άμεσα σε ελάφρυνση για τον καταναλωτή, αλλά στηρίζουν συγκεκριμένους κλάδους χωρίς σαφή ανταποδοτικότητα.

Το πιο ανησυχητικό όμως είναι η απουσία οποιασδήποτε παρέμβασης στην ενέργεια. Τη στιγμή που οι τιμές του φυσικού αερίου (με βάση τον δείκτη TTF) καταγράφουν εκρηκτικές αυξήσεις, δεν ανακοινώνεται κανένα ουσιαστικό μέτρο για τους παραγωγούς και παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας. Δηλαδή, δεν αντιμετωπίζεται η ρίζα του προβλήματος.

Αυτό το μοντέλο έχει αποδειχθεί αναποτελεσματικό και κοινωνικά άδικο. Διότι δημιουργεί την ψευδαίσθηση στήριξης, ενώ στην πραγματικότητα αναδιανέμει πόρους προς όφελος εκείνων που έχουν τη δυνατότητα να διαμορφώνουν τις τιμές.

Αν δεν υπάρξει ουσιαστικός έλεγχος της αγοράς, διαφάνεια στα κόστη και παρεμβάσεις στα περιθώρια κέρδους, κάθε νέα επιδότηση θα έχει την ίδια κατάληξη. Θα εξανεμίζεται πριν φτάσει στον πολίτη.

Το ζητούμενο, συνεπώς, δεν είναι απλώς περισσότερα χρήματα σε επιδοτήσεις, αλλά μια ριζικά διαφορετική προσέγγιση: διαφάνεια στην τιμολόγηση, αυστηρός έλεγχος της αγοράς, πλαφόν στα περιθώρια κέρδους και στοχευμένες παρεμβάσεις που διασφαλίζουν ότι κάθε ευρώ δημόσιου χρήματος καταλήγει πράγματι στον πολίτη. Με τη ΝΔ κάθε νέα επιδότηση μετατρέπεται, σε καύσιμο για την ίδια την ακρίβεια που υποτίθεται ότι αντιμετωπίζει. Η επόμενη προοδευτική κυβέρνηση οφείλει να συγκρουστεί με τις στρεβλώσεις της αγοράς.

*Ο Γιώργος Καραμέρος είναι βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ εκλεγμένος στην Α΄ Ανατολικής Αττικής.