Toν Ιανουάριο του 2002 επισκέφτηκα το Ιράν έπειτα από πρόσκληση του Ινστιτούτου Πολιτικών και Διεθνών Σπουδών (IPIS) της Τεχεράνης, φορέα τυπικά ανεξάρτητου αλλά ουσιαστικά συνδεδεμένου με το ιρανικό υπουργείο Εξωτερικών. Διευθυντής του ήταν τότε ο Sayed Sajjadpour, πρώην καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο George Washington των ΗΠΑ. H ομιλία μου στο Ινστιτούτο ήταν η πρώτη από Ελληνα πανεπιστημιακό. Εντύπωση προκάλεσε η άποψη που εξέφρασα ότι η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση ολόκληρης της Κυπριακής Δημοκρατίας, χώρας με δύο επίσημες γλώσσες και δύο κύριες θρησκείες, ανατρέπει την άποψη ότι η Ε.Ε. είναι μια χριστιανική λέσχη.
Πέραν της ομιλίας και της καταρχήν συμφωνίας να διοργανώνεται κατ’ έτος συζήτηση με τρεις Ιρανούς και τρεις Ελληνες διεθνολόγους για την επισκόπηση των διμερών σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων του οποίου ήμουν ο ιδρυτικός διευθυντής, είχα συναντήσεις με πολιτικές προσωπικότητες. Η πρώτη ήταν με τον κ. Kharegani, επικεφαλής της Γενικής Διεύθυνσης Ευρωπαϊκών Υποθέσεων του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών. Στον συνομιλητή μου όπως και στους επόμενους δύο διευκρίνισα ότι εκπροσωπώ μόνο το Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ) αλλά ότι με την επιστροφή μου στην Αθήνα θα ενημέρωνα τον υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Παπανδρέου. Σε παρατήρησή μου ότι σημαντική προϋπόθεση για ουσιαστικές επαφές είναι οι νομοθετικές μεταρρυθμίσεις απάντησε ότι έχει καταρτιστεί σχέδιο νόμου για την προστασία των ξένων επενδύσεων και βρίσκεται τώρα στο Σώμα που εξομαλύνει τις διαφορές μεταξύ Κοινοβουλίου (ρεφορμιστές) και της Γερουσίας (συντηρητικοί) και αναμένει ότι θα εγκριθεί από αυτό.
Πρόσθεσε ότι προσβλέπει στη συμμετοχή της Ελλάδας στην κοινοτική τρόικα και στην προεδρία, για τη διαμόρφωση μιας πιο ολοκληρωμένης σχέσης Ιράν-Ε.Ε. Παρατήρησα ότι είναι πιθανό στη σχέση αυτή να παρεμβάλει εμπόδια ο τρόπος λειτουργίας της διακυβέρνησης στο Ιράν, ειδικά στο θέμα της ελευθερίας των ΜΜΕ, αλλά και γενικότερα η κατάσταση στο πεδίο των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Εκείνος αναφέρθηκε στην απογοήτευση που αισθάνθηκαν τα στελέχη του ιρανικού ΥΠΕΞ από την απουσία οποιασδήποτε θετικής ανταπόκρισης από πλευράς ΗΠΑ στη στάση που τήρησε το Ιράν μετά τις υπό τον Μπιν Λάντεν επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη, στάση που διαμορφώθηκε «με προσωπική εμμονή του προέδρου Χαταμί και παρά τις πολλές και ισχυρές αντιδράσεις».
Στο τέλος της συνάντησης του υπέβαλα την ιδέα να πραγματοποιηθεί, με την ευκαιρία της επίσκεψης του προέδρου Χαταμί στην Ελλάδα τον Μάρτιο, εκδήλωση στην οποία ο Ιρανός πρόεδρος θα αναπτύξει την πρότασή του σε κοινό Ελλήνων διανοουμένων. Αντέδρασε με μεγάλο ενθουσιασμό. Ακολούθησε συνάντησή μου με τον υφυπουργό Εξωτερικών Sadegh Karazzi. Είχε μικρή διάρκεια και μοναδικό θέμα της την πραγματοποίηση εκδήλωσης στην Αθήνα με ομιλητή τον Ιρανό πρόεδρο. Υπέβαλα τη σχετική πρόταση στον τότε πρύτανη του Παντείου, ο οποίος με τη σειρά του πήρε την έγκριση της Συγκλήτου.
Η επίσκεψή μου στο Ιράν διήρκεσε από τις 19 μέχρι τις 27 Ιανουαρίου 2002. Στις 29 Ιανουαρίου, μόλις δύο ημέρες μετά, ο πρόεδρος George W. Bush σε ομιλία του συμπεριέλαβε το Ιράκ, τη Βόρεια Κορέα και το Ιράν ως μέρη του «Αξονα του Κακού». Ωστόσο η επίσκεψη του προέδρου Χαταμί πραγματοποιήθηκε κανονικά στα μέσα Μαρτίου 2002. Ενεργό ρόλο στην πραγματοποίησή της είχαν ο αείμνηστος Στέφανος Στεφανόπουλος, τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, και ο ΥΠΕΞ Γιώργος Παπανδρέου. Ξεχωριστό στοιχείο της επίσκεψης ήταν η ομιλία που εκφώνησε για τον Διάλογο των Πολιτισμών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (Kathimerini.com 14.3.2002) το οποίο και του απένειμε το Χρυσό Μετάλλιο του Ιδρύματος.
Η αναδρομή αυτή δεν προσπαθεί να εξωραΐσει τις ακρότητες που διέπραξε και συνεχίζει να διαπράττει το θεοκρατικό καθεστώτος του Ιράν που τελικά εκδίωξε τον μεταρρυθμιστή πρόεδρο Χαταμί, κατέπνιξε και συνεχίζει να καταπνίγει με κάθε μέσο τις ελευθερίες των Ιρανών πολιτών, ανδρών και γυναικών, ιδίως όμως των τελευταίων. Οφείλω όμως μία επισήμανση. Η ουσιαστική ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος δεν μπορεί να συντελεστεί μέσω της διάλυσης του κράτους του Ιράν.
Ούτε είναι εύκολη η μετάβαση από ένα ολοκληρωτικό καθεστώς στη δημοκρατία, ιδίως αν σκεφτεί κανείς την προϊστορία (ανατροπή του δημοκρατικά εκλεγμένου πρωθυπουργού του Ιράν, Mohammad Mosaddegh, από τις αμερικανικές και βρετανικές μυστικές υπηρεσίες τον Αύγουστο του 1953, επιστροφή του Σάχη, πολύ πιο δεκτικού στα κελεύσματα των Δυτικών, και το ξέσπασμα της Ιρανικής Επανάστασης το 1979). Ούτε η εξάλειψη της δυνατότητας του Ιράν να κατασκευάσει πυρηνικά όπλα δικαιολογεί την εξόντωση αμάχων, ιδίως όταν το Ισραήλ αρνείται να δημοσιοποιήσει στοιχεία για το δικό του πυρηνικό οπλοστάσιο.
Επίσης οι παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου από τις ΗΠΑ, επί προεδρίας Τραμπ, την υπερδύναμη/εταίρο της αμερικανο-ισραηλινής συμμαχίας, δεν προσφέρουν κατάλληλο μέτρο σύγκρισης για την αξιολόγηση των όποιων ακροτήτων διαπράττει το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν. Η διεξαγωγή ενός πολέμου εξόντωσης/εξαφάνισης της κρατικής υπόστασης του Ιράν δεν μπορεί να πραγματοποιείται σε ένα περιβάλλον διεθνούς ανομίας που τροφοδοτούν ενέργειες των «τιμωρών». Εκείνες οι χώρες που πρωτοστατούν σήμερα στην επιβολή του δικαίου του ισχυρού απέναντι σε ένα ομολογουμένως απεχθές θεοκρατικό καθεστώς, οφείλουν να εξηγήσουν τις συνέπειες των πράξεών τους σε όλους αυτούς που βλέπουν να καταρρέουν προσπάθειες δεκαετιών για τη διαμόρφωση ενός ασφαλέστερου και δικαιότερου κόσμου.
*Ιδρυτικός διευθυντής του ΙΔΙΣ, πρώην πρύτανης και πρέσβης εκ προσωπικοτήτων
