Η Μέση Ανατολή καίγεται. Το Ισραήλ βομβαρδίζει, το Ιράν απαντά, οι Ηνωμένες Πολιτείες «συντονίζουν» συμμετέχουσες – και η Ευρώπη παρακολουθεί με το γνώριμο ύφος του καλομαθημένου θεατή που δεν θέλει να χαλάσει τη σχέση του με τον πρωταγωνιστή. Η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο μιλούν για «δικαίωμα αυτοάμυνας» με τόση ευκολία που θα νόμιζε κανείς ότι πρόκειται για κουπόνι σούπερ μάρκετ: ισχύει παντού, για πάντα και χωρίς όρους. Αντιθέτως, η Ισπανία του Πέδρο Σάντσεθ τόλμησε να θυμίσει ότι το διεθνές δίκαιο δεν είναι μενού α λα καρτ.
Και η Ελλάδα; Σιωπή. Μια χώρα που επικαλείται καθημερινά το διεθνές δίκαιο για τα δικά της κυριαρχικά ζητήματα σε Αιγαίο και Κύπρο μετατρέπεται σε παρατηρητή όταν μια επίθεση πλήττει κυρίαρχο κράτος με το οποίο μπορεί να διαφωνούμε πολιτικά, ιδεολογικά ή πολιτισμικά. Από πότε η διαφωνία με ένα καθεστώς νομιμοποιεί στρατιωτική επίθεση;
Ας μιλήσουμε καθαρά. Η έννοια της «προληπτικής αυτοάμυνας» έχει εξελιχθεί σε ελαστικό νομικό εργαλείο. Τεντώνεται όσο χρειάζεται για να καλύψει κάθε στρατηγική επιλογή. Αν αύριο μια άλλη δύναμη αποφασίσει ότι «προληπτικά» πρέπει να πλήξει ευρωπαϊκή χώρα, θα το δεχτούμε με την ίδια κατανόηση; Ή το διεθνές δίκαιο ισχύει μόνο όταν το επικαλούνται οι ισχυροί;
Και μέσα σε όλα αυτά, βομβαρδίζεται σχολείο θηλέων. Μαθήτριες νεκρές. Παιδιά. Εδώ δεν υπάρχει γεωπολιτική εξίσωση που να αντέχει. Το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο –αυτό που οι δυτικές κυβερνήσεις επικαλούνται με δάκρυα στα μάτια σε άλλες περιπτώσεις– είναι σαφές:
● Αρχή της διάκρισης: άμαχοι και στρατιωτικοί στόχοι δεν ταυτίζονται.
● Αρχή της αναλογικότητας: ακόμη και αν υπάρχει στρατιωτικός στόχος, η επίθεση απαγορεύεται όταν οι απώλειες αμάχων είναι δυσανάλογες.
● Ειδική προστασία παιδιών και εκπαιδευτικών δομών.
Επομένως, τα ερωτήματα είναι αμείλικτα:
Ηταν το σχολείο στρατιωτικός στόχος; Υπήρξε προειδοποίηση; Υπήρξε εκκένωση; Ή απλώς θα βαφτιστεί κι αυτό «παράπλευρη απώλεια», ένας όρος τόσο κυνικός που μοιάζει επινόηση εταιρείας δημοσίων σχέσεων;
Ακούμε διαρκώς για τον «κίνδυνο των πυρηνικών». Πολύ σωστά – τα πυρηνικά όπλα είναι υπαρξιακή απειλή. Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς: ποιος διαμαρτύρεται με την ίδια ένταση για τα αδήλωτα πυρηνικά οπλοστάσια στην περιοχή; Η μη διάδοση δεν μπορεί να είναι μονόδρομος. Ή ισχύει για όλους ή μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής πίεσης.
Και μετά έχουμε το γνωστό «κόλπο» των διαπραγματεύσεων. Συζητούμε, καθησυχάζουμε, φωτογραφιζόμαστε χαμογελαστοί – και την ίδια στιγμή ετοιμάζουμε την επόμενη κλιμάκωση. Η μοίρα της Συμφωνίας του Μινσκ στην ουκρανική κρίση θα έπρεπε να μας έχει διδάξει πόσο εύκολα μια συμφωνία μετατρέπεται σε αναμονή πριν από την επόμενη πράξη. Οταν η διπλωματία γίνεται εργαλείο αιφνιδιασμού, η εμπιστοσύνη πεθαίνει πριν από τους ανθρώπους.
Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε υποσχεθεί στους Αμερικανούς ότι δεν θα εμπλέξει τη χώρα του σε νέους πολέμους εκτός συνόρων. Η αμερικανική κοινωνία άκουσε αυτό το μήνυμα. Ομως η πραγματικότητα της γεωπολιτικής συχνά υπακούει περισσότερο στις πιέσεις συμμαχιών και λιγότερο στις προεκλογικές διακηρύξεις. Η εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών παραμένει σταθερά προσανατολισμένη στη διατήρηση ισχύος – με όποιο κόστος.
Και τα μέσα ενημέρωσης; Δέκα δευτερόλεπτα για τις νεκρές μαθήτριες. Ωρες για στρατιωτικούς χάρτες, αναλύσεις πυραυλικών συστημάτων, «χειρουργικά πλήγματα». Η εικόνα ενός παιδιού που δεν θα επιστρέψει ποτέ στο σπίτι του δεν χωρά στο prime time. Δεν είναι αρκετά «στρατηγική».
Το πικρό χιούμορ της υπόθεσης είναι ότι όλοι μιλούν για «αξίες». Για «δυτικό πολιτισμό». Για «κανόνες». Αν αυτοί οι κανόνες επιτρέπουν τον βομβαρδισμό σχολείων και μετά την επικοινωνιακή τους διαχείριση, τότε ίσως χρειάζεται να ξαναδούμε τι ακριβώς εννοούμε με τη λέξη «πολιτισμός».
Η κριτική προς την πολιτική του Ισραήλ δεν είναι αντισημιτισμός· είναι πολιτική τοποθέτηση απέναντι σε συγκεκριμένες κρατικές επιλογές. Η αντίθεση σε μια στρατιωτική επίθεση δεν σημαίνει ταύτιση με το καθεστώς του Ιράν. Η σκέψη μπορεί να είναι σύνθετη – δεν είναι υποχρεωτικό να διαλέξουμε στρατόπεδο σαν να πρόκειται για ποδοσφαιρικό αγώνα.
Το ερώτημα είναι βαθύτερο: θέλουμε έναν κόσμο όπου η ισχύς ορίζει το δίκαιο; Αν ναι, ας το πούμε καθαρά και ας σταματήσουμε να επικαλούμαστε κανόνες. Αν όχι, τότε η επιλεκτική ευαισθησία είναι συνενοχή.
Ντροπή, λοιπόν, όχι ως ρητορικό πυροτέχνημα, αλλά ως ηθική διάγνωση. Ντροπή όταν η Ευρώπη θυμάται τα ανθρώπινα δικαιώματα μόνο όταν δεν ενοχλούν τις συμμαχίες της. Ντροπή όταν η Ελλάδα σιωπά. Ντροπή όταν ο θάνατος παιδιών αντιμετωπίζεται ως παράγραφος σε δελτίο Τύπου.
Αν η διεθνής τάξη βασίζεται σε κανόνες, οι κανόνες πρέπει να ισχύουν για όλους. Αλλιώς, δεν έχουμε τάξη. Εχουμε απλώς ισχύ – με γραβάτα.
*Ομότ. καθηγητής ΕΜΠ, πρ. πρύτανης, γ.γ. Ευρωπαϊκής Ενωσης Ομότιμων Καθηγητών
