Κάθε Σύνταγμα περιλαμβάνει διατάξεις για την προστασία του πολιτικού συστήματος, του οποίου και αποτελεί την πολιτική και νομική αντανάκλαση και αποτύπωση.
Οι διατάξεις αυτές «ενεργοποιούνται» όταν σαρωτικές κοινωνικές εξεγέρσεις, εξελισσόμενες ενδεχομένως σε μαζικές επαναστατικές κρίσεις, θέτουν επί τάπητος το ζήτημα της επιβίωσης ενός πολιτικού συστήματος και το απειλούν με ολοκληρωτική κατάρρευση. Οι διατάξεις αυτές περιγράφουν και τα ακραία όρια ανοχής και αντοχής ενός πολιτικού συστήματος.
Αυτογνωμόνως προκύπτει, επομένως, το ερώτημα για τα ακραία όρια του ελληνικού πολιτικού συστήματος, δηλαδή του συστήματος που αποτυπώνεται στο Σύνταγμα του 1975.
Αραγε δύναται ένα κοινοβουλευτικό δημοκρατικό σύστημα να αναγνωρίσει και να ενσωματώσει και την απόλυτη αντίθεση σε αυτό; Πρόκειται όχι απλώς για την αντίθεση, αλλά για τη δομική αμφισβήτησή του, επομένως για τη με λόγια και έργα δεδηλωμένη πολιτική βούληση ανατροπής του.
Ποια είναι τα όρια αντοχής του πολιτικού συστήματος και της συνταγματικής «τάξης» έναντι πολιτικών εκδηλώσεων που προβάλλουν την ανατροπή του και αμφισβητούν τον σκληρό πυρήνα της θεσμικής του συγκρότησης; Πώς καθορίζονται και αξιολογούνται τα όρια αυτά και πώς η διαδικασία αυτή εμφανίζεται στο ισχύον Σύνταγμα;
Για παράδειγμα, στην Ελλάδα δεν υφίσταται συνταγματική διάταξη για την απαγόρευση πολιτικών κομμάτων. Για την Ελλάδα η απαγόρευση πολιτικών κομμάτων και η δίωξη των στελεχών τους υπήρξε συνώνυμο του μετεμφυλιακού και ψυχροπολεμικού αστυνομικού κράτους. Συνεπώς, για το ισχύον Σύνταγμα δεν υπάρχουν «αντισυνταγματικά» πολιτικά κόμματα.
Το ελληνικό πολιτικό σύστημα, όπως αυτό περιγράφεται στο παρόν Σύνταγμα, επιδεικνύει απεριόριστη ανοχή έναντι της δομικής ή συστημικού χαρακτήρα αμφισβήτησής του. Η θεμελιώδης και σχεδόν αποκλειστική δυνατότητα προστασίας του εναπόκειται στην ικανότητά του να ανέχεται, ενδεχομένως δε και να ενσωματώνει, όχι όμως και να καταστέλλει εκ προοιμίου.
Προφανές είναι ότι το ισχύον Σύνταγμα έχει επιλέξει ένα «ήπιο» σύστημα προστασίας του πολιτικού συστήματος, το οποίο επενδύει περισσότερο στην αυτορρυθμιστική συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων, ακόμη και αυτών που εκφράζουν πολιτικές δομικής αμφισβήτησης.
Ενδεικτικές περιπτώσεις αυτού του συστήματος «ήπιας» προστασίας είναι η διάταξη του άρθρου 110, για τα όρια αναθεώρησης του Συντάγματος, η διάταξη του άρθρου 48, για την «κατάσταση πολιορκίας», και η ακροτελεύτια διάταξη του άρθρου 120 (τήρηση του Συντάγματος, πατριωτισμός των Ελλήνων, δικαίωμα και υποχρέωση αντίστασης, κατάλυση με τη βία).
Από τη συνδυαστική ανάγνωση και ερμηνεία πρωτίστως του άρθρου 120 αλλά και των άλλων, ως άνω, σχετικών διατάξεων του Συντάγματος προκύπτει ότι η επιχείρηση κατάλυσης του πολιτικού συστήματος με τη βία περιγράφει και οριοθετεί τα όρια ανοχής απέναντι στη δομική ή συστημικού χαρακτήρα αμφισβήτησή του.
Οι ασκούντες ατομική ή συλλογική βία για την ανατροπή πολιτικού συστήματος και Συντάγματος βρίσκονται μπροστά σε δύο ενδεχόμενα: ή θα δημιουργήσουν πολιτική και κοινωνική δυναμική επαναστατικής ανατροπής του συστήματος και εγκαθίδρυσης ενός άλλου, του οποίου και θα καταστούν η ηγετική «καθοδηγητική» ομάδα, ή, αποτυγχάνοντες, θα αντιμετωπίσουν την εφαρμογή του Συντάγματος και του ποινικού νόμου και της εξ αυτής της εφαρμογής συνέπειες.
Ο ποινικός νόμος είναι ακόμη ένα όριο άμυνας και αυτοπροστασίας του πολιτικού συστήματος. Πρόκειται για άμυνα κατά πράξεων βίας, οι οποίες κατά την επιμέρους εκδήλωσή τους -ανεξαρτήτως κινήτρων και σκοπού- συνιστούν παραβατικές πράξεις. Πρόκειται, δηλαδή, για την περίπτωση που ομάδα πολιτών, στο πλαίσιο της ιδεολογίας τους, επιδιώκουν να ανατρέψουν το πολιτικό σύστημα και να το αντικαταστήσουν με ένα άλλο, διαπράττοντας ποινικά αδικήματα, τα οποία τιμωρούνται από τον ποινικό νόμο.
Η ποινική δίωξη πρωτίστως εκδηλώνεται όχι με βάση τη ρητή αντίθεση στο πολιτικό σύστημα, αλλά λόγω των συγκεκριμένων εγκλημάτων -βαριάς ή ελαφράς μορφής- που διαπράττονται.
Η παρένθετη ιδεολογική και πολιτική στοχοθεσία αλλά και τα αντίστοιχα κίνητρα των συγκεκριμένων πολιτικών υποκειμένων πρέπει όμως να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνο κατά τον καταλογισμό, αλλά και για τη γενικότερη προδικαστική ή μεταδικαστική μεταχείριση των προσώπων (μη δυσμενής διάκριση ως αρχή του κράτους δικαίου).
● Η πολιτική βία υπήρξε αρκετές φορές, όπως και ιστορικά αποδεικνύεται, επί μέρους συστατικό στοιχείο της πολιτικής δράσης.
● Η «επιτυχία» ή η «αποτυχία» των σκοπών της εξαρτάται όχι τόσο από την εφαρμογή ή την παραβίαση κανόνων δικαίου όσο από τη δημιουργούμενη δυναμική στην πολιτική και την κοινωνία και τους προκύπτοντες εξ αυτής συσχετισμούς ισχύος. Το πραγματικό πάντα επικρατεί έναντι του νομικού.
● Το πολιτικό μας σύστημα δεν αναγνωρίζει πολιτικούς κρατούμενους. Αλλωστε κανένα πολιτικό σύστημα δεν αποδέχθηκε ή αποδέχεται σήμερα πολιτικούς κρατούμενους. Δεν μπορεί, όμως, το ημέτερο σύστημα να μην αναγνωρίζει κρατούμενους ιδεολογικών και πολιτικών κινήτρων και ευρύτερων ιδεολογικών και πολιτικών στόχων, στην υπηρεσία κοινωνικών αγαθών και συμφερόντων πλειοψηφικών στην κοινωνική τους διάσταση στρωμάτων, προς επιβεβαίωση των «δικαιοκρατικών» συμπεριφορών του διά της μη ανταπόδοσης του κακού.
*καθηγητής της Πολιτικής Κοινωνιολογίας, πρώην αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Αιγαίου
