Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η πολιτική «επικαιρότητα» αποτελεί διακύβευμα αγώνων αναφορικά με το νόημα και την αξία των «γεγονότων» τα οποία παράγονται από και για τους αγώνες για την επιβολή του νοήματος και της αξίας του κοινωνικού κόσμου. Κάποια τέτοια «γεγονότα» οδήγησαν τη δημόσια συζήτηση να επαναφέρει το ζήτημα της «κρίσης του συνδικαλισμού». Και όπως συνήθως συμβαίνει, οι περισσότεροι διαμορφωτές της λένε περισσότερο «αυτό που πρέπει να σκεφτούμε» και λιγότερο αυτό που είναι.

Εχει διαπιστωθεί και αναλυθεί πολύ το πώς και γιατί τα συνδικάτα τείνουν να μετατραπούν, σε μεγάλο βαθμό, σε συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες που λειτουργούν ως παρακρατικά, επιχορηγούμενα από το κράτος, κέντρα εξουσίας, συμμετέχοντας στην αναδιανομή του πλούτου, συντηρώντας τον κοινωνικό συμβιβασμό· πώς και γιατί όσοι συνδικαλιστές ηγέτες, από τη στιγμή που μετατρέπονται σε απλούς διαχειριστές, αποκομμένοι από την αγωνία της αποστολής, δρουν επηρεασμένοι από τη λογική του ανταγωνισμού μεταξύ ή εντός των συνδικαλιστικών μηχανισμών, καταλήγοντας να υπερασπίζονται περισσότερο τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους παρά τα συμφέροντα εκείνων στην υπεράσπιση των οποίων υποτίθεται ότι είναι αφοσιωμένοι. Κατάσταση στην οποία οφείλεται αναμφίβολα, μερικώς, η απομάκρυνση των εργαζομένων από τα συνδικάτα αλλά και η απομάκρυνση των ίδιων των συνδικάτων από την ενεργό συμμετοχή στη δόμηση των εργασιακών σχέσεων. Στην αποδυνάμωση των συνδικάτων συνέβαλαν, ασφαλώς καθοριστικά, και η νεοφιλελεύθερη πολιτική και οι ανεξέλεγκτες δυνάμεις της οικονομίας που ανέτρεψαν ριζικά τις έως τώρα εγκαθιδρυμένες μορφές εργασίας, γεγονός που, σε συνδυασμό με τον επακόλουθο μετασχηματισμό των εργασιακών όρων και διατάξεων, είχε ως αποτέλεσμα να απειληθούν οι ίδιες οι βάσεις ενός συνδικαλισμού με αγωνιστικά στελέχη.

Η ανανέωση της μαχητικής συνδικαλιστικής δράσης, στην οποία θα έπρεπε να οδηγήσει αυτή η απειλή, μια ανανέωση που θα αναθεωρούσε το υπάρχον μοντέλο τής εν λευκώ εξουσιοδότησης, που θα εφεύρισκε νέες τεχνικές και μεθόδους προκειμένου να μπορέσουν να κινητοποιηθούν οι διαιρεμένοι και επισφαλείς εργαζόμενοι, που θα επανέφερε τον συνδικαλισμό στην πολιτική, δεν έχει επέλθει μέχρι σήμερα.

Κοινωνιο-λογικό, καθώς κάτι τέτοιο περνά αναγκαστικά μέσα από, λιγότερο ή περισσότερο, ριζικές ρήξεις που μόνο ενδεικτικά μπορούμε ορισμένες, εδώ, να αναφέρουμε.

Ρήξη με τη ρουτίνα της συνδιαχείρισης, με τη ρουτίνα των τριαδικών διαπραγματεύσεων (εργοδοσία, κράτος, συνδικάτα), ώστε να μπορέσουν να αποκτήσουν δυνατότητα πρόσβασης στα κοινωνικά ζητήματα και όλοι οι νέοι δυνητικά σύμμαχοι, λ.χ. σύλλογοι νέων, ανέργων, μεταναστών κ.λπ., όλοι αυτοί των οποίων οι όροι ύπαρξης συνδέονται όχι μόνο με νέους στόχους αλλά συχνά και με νέα μέσα αγώνα. Ο εντελώς νέου τύπου συνδικαλιστικός οργανισμός που είναι ανάγκη να δημιουργηθεί οφείλει να στηριχτεί και να συντονίσει τις νέες, αθέατες από τη δημόσια συζήτηση μορφές αλληλεγγύης που αναπτύσσονται μεταξύ των θυμάτων της πολιτικής της εργασιακής επισφάλειας και προσωρινότητας, θύματα τα οποία είναι σήμερα πολυάριθμα τόσο στον υπαλληλικό και εργατικό χώρο, όσο και στα επαγγέλματα που συγκεντρώνουν ισχυρό πολιτισμικό και συμβολικό κεφάλαιο (εκπαίδευσης, διαφήμισης, επικοινωνίας, ενημέρωσης…). Ρήξη με τη συνδικαλιστική, και όχι μόνο, νοοτροπία της στενής οροθέτησης του «κοινωνικού» και της αποδέσμευσής του από το «οικονομικό», νοοτροπία η οποία περιορίζει τη δράση των συνδικαλιστών στον εργασιακό τομέα, εμποδίζοντάς την όχι μόνο να διασυνδεθεί με διεκδικήσεις που αναδύονται από τους χώρους της υγείας, της στέγασης, του πολιτισμού, των μεταφορών, της επιμόρφωσης, των σχέσεων μεταξύ των δύο φύλων, της ψυχαγωγίας…, αλλά και να καταβάλει προσπάθειες για να προσελκύσει νέα μέλη από εκείνους τους τομείς που κατά παράδοση στερούνται μηχανισμών συλλογικής προστασίας και παρέμβασης (υπηρεσίες, προσωρινή απασχόληση).

Επιλογές, βέβαια, που προϋποθέτουν και συνεπάγονται την υπέρβαση τόσο της διάσπασης ανά στόχους και της διαίρεσης μεταξύ κινημάτων και συνδικάτων, όσο και του κινδύνου της μονοπώλησης που κατατρέχει τα κοινωνικά κινήματα, οδηγώντας τα σε παράδοξες συντηρητικές πρακτικές· επιλογές που προϋποθέτουν και συνεπάγονται και την οριστική διάσταση με τις πραιτοριανές φρουρές των αμειβόμενων ψευδο-επιστημόνων, ψευδο-ερευνητών και επαμφοτεριζόντων διανοουμένων τους, όλων αυτών που αντί να παράγουν επιστημονικό έργο επιδίδονται στην παραγωγή εργαλείων ορθολογικής δημαγωγίας, συνεργώντας στην αποδυνάμωση και απονομιμοποίηση της συμβολικής δύναμης του συνδικαλιστικού κινήματος.

Και φυσικά η αναγκαία ρήξη που οφείλει να επιτελεστεί με την τάση που έχει εγκαθιδρυθεί, σε μεγάλο βαθμό, στο εσωτερικό του συνδικαλιστικού κινήματος να υποβαθμίζεται η κριτική σκέψη και δράση και να υπερτιμάται η κοινωνική συναίνεση (σε σημείο ώστε να ωθεί τα συνδικάτα να μοιραστούν την ευθύνη πολιτικών που στόχο έχουν να επιβάλουν στους κυριαρχούμενους την αναγνώριση, παραδοχή και αποδοχή της ίδιας της υποταγής τους), συμπορεύεται με τη σύγκρουση με τον οικονομικό φαταλισμό και τα μέτρα απορρύθμισης που τη συνοδεύουν, και τα οποία συμβάλλουν στην ικανοποίηση των εργοδοτικών απαιτήσεων ως δήθεν πολύτιμες κατακτήσεις μιας πραγματικά επαναστατικής πολιτικής· αντιπαράθεση, δηλαδή, με τον νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος επιβάλλει τις ανυποχώρητες απαιτήσεις ετεροβαρών συμβάσεων εργασίας με το προσωπείο της «ευελιξίας» και της οικονομικής αποτελεσματικότητας. Ρήξεις και συγκρούσεις που οφείλουν να πραγματοποιηθούν στο συνδικαλιστικό κίνημα προκειμένου να ξεσηκωθούν τα μυαλά εκείνων που έχουν την ευθύνη να ξεσηκώνουν τα μυαλά των άλλων.

*Καθ. Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών