Η σχεδόν καθημερινή προσπάθεια προσαρμογής στις μεταβολές που συντελούνται στη διεθνή ζωή αφήνει λίγα περιθώρια κατανόησης και εμβάθυνσης στις συνέπειες της λήξης ισχύος, στις αρχές αυτού του μήνα, συγκεκριμένα στις 5 Φεβρουαρίου, της Συμφωνίας New START, της διμερούς συνθήκης μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ για τη μείωση των πυρηνικών τους οπλοστασίων. Η συμφωνία αυτή είχε υπογραφεί στην Πράγα στις 8 Απριλίου 2010 και τεθεί σε ισχύ στις 5 Φεβρουαρίου 2011. Προέβλεπε τη δραστική μείωση των στρατηγικών εκτοξευτών πυρηνικών πυραύλων και την εγκαθίδρυση συστήματος επιθεώρησης και επαλήθευσης αλλά δεν μείωνε τον αριθμό των αποθηκευμένων πυρηνικών κεφαλών. Σημειώνεται ότι ορισμένες από αυτές τις αμερικανικές κεφαλές, περίπου 50, βρίσκονται αποθηκευμένες σε τουρκικό έδαφος στη βάση του Incirlik σε απόσταση οκτώ χιλιομέτρων από τα Αδανα (βλ. άρθρο μου στην «Εφ.Συν.» της 26.8.2020).
Υπενθυμίζεται επίσης ότι, πριν από τη συμφωνία αυτή, Ουάσινγκτον και Μόσχα είχαν πραγματοποιήσει περί τις 1.700 πυρηνικές δοκιμές επιβαρύνοντας την ατμόσφαιρα και είχαν δημιουργήσει κολοσσιαία οπλοστάσια πυρηνικών βομβών που προσέγγιζαν για την καθεμία τις 30.000! Σήμερα έχουν μειωθεί στις 4.000, αριθμός που παραμένει υψηλός. Το κόστος κατασκευής τους για τους Αμερικανούς φορολογούμενους έφτανε τα 10 τρισ. δολ. που στη συνέχεια έπρεπε να πληρώσουν και για την καταστροφή τους (Τhe Guardian, 5.2.2026).
Yπενθυμίζεται επίσης ότι η START I ήταν η τελευταία μιας σειράς συμφωνιών για τον έλεγχο των εξοπλισμών που βρίσκονται ήδη στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας, όπως η Συνθήκη για την εξάλειψη Πυραύλων Μέσου Βεληνεκούς, η Συνθήκη για τους Ανοικτούς Ουρανούς που επέτρεπε στους συμβαλλόμενους –περιλαμβανομένων της Ρωσίας και των ΗΠΑ– να πραγματοποιούν αναγνωριστικές πτήσεις με μη εξοπλισμένα αεροσκάφη υπεράνω του εδάφους των και η Συνθήκη για τις Συμβατικές Δυνάμεις στην Ευρώπη που περιόριζε τον αριθμό των τανκς, πυροβόλων και στρατευμάτων που η Ρωσία και τα κράτη του ΝΑΤΟ μπορούσαν να διατηρούν σε ευρωπαϊκό έδαφος.
Σημειώνεται επίσης ότι τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ρωσία αλλά και η Κίνα εκσυγχρονίζουν τα πυρηνικά τους οπλοστάσια και βελτιώνουν τις αποδόσεις τους, όπως π.χ. με την ανάπτυξη υπερηχητικών πυραύλων που μπορούν να κινούνται με τόσο μεγάλη ταχύτητα, ώστε να γίνεται πολύ δυσκολότερη η κατάρριψή τους. Σύμφωνα με τους ειδικούς, οι επιδόσεις αυτές θα δυσχεράνουν ιδιαίτερα την επίτευξη συμφωνιών για τον έλεγχό τους (ΒΒC, 5.2.2026).
Eνώ ο πρόεδρος Πούτιν δήλωσε ότι η Ρωσία σε περίπτωση λήξης της συμφωνίας θα ενεργήσει με «μετρημένο και υπεύθυνο τρόπο», σχεδόν ταυτόχρονα το ρωσικό ΥΠΕΞ ανακοίνωσε ότι με τη λήξη της συμφωνίας τα μέρη δεν δεσμεύονται από τις διατάξεις της Συνθήκης, περιλαμβανομένων των βασικών της αρχών, και είναι ελεύθερα να επιλέξουν τα επόμενα βήματά τους. Η αμερικανική πλευρά έδειξε να αισθάνεται πολύ μικρότερη ανάγκη άμεσης αντίδρασης και δήλωσε διά στόματος Τραμπ στους New York Times: «Εάν λήξει, έληξε… Θα κάνουμε καλύτερη συμφωνία».
Τα θέματα που προκύπτουν από τη λήξη της συμφωνίας φαίνεται να συζητήθηκαν από τους εκπροσώπους ΗΠΑ και Ρωσίας στο Αμπου Ντάμπι, στο περιθώριο των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία με κάποια αισιοδοξία ότι η δύο πλευρές θα επιδείξουν αυτοσυγκράτηση στο διάστημα μέχρι μια νέα συμφωνία. Ενώ η ρωσική πλευρά θα επιδιώξει τη συμμετοχή της Γαλλίας και της Μ. Βρετανίας, των δυο ευρωπαϊκών πυρηνικών δυνάμεων, οι ΗΠΑ θεωρούν απολύτως αναγκαία τη συμπερίληψη της Κίνας.
Ολα δείχνουν ότι το τελευταίο αυτό το ζήτημα θα αποτελέσει εμπόδιο στην πραγματοποίηση ουσιαστικής προόδου. Υπενθυμίζεται ότι υπάρχουν εννέα πυρηνικές δυνάμεις: HΠΑ, Ρωσία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Κίνα, Ινδία, Πακιστάν, Β. Κορέα και Ισραήλ. Ενώ, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Διεθνούς Ειρήνης της Στοκχόλμης (SIPRI), ΗΠΑ και Ρωσία κατέχουν το 90% των πυρηνικών όπλων, το οπλοστάσιο της Κίνας, σύμφωνα με το SIPRI παρουσιάζει σημαντική αύξηση τα τελευταία χρόνια. Μόνο στο διάστημα Ιανουάριου 2023-Ιανουάριου 2024, το πυρηνικό της οπλοστάσιο αυξήθηκε από τις 410 πυρηνικές κεφαλές στις 500. Υπολογίζεται ότι, μέχρι το τέλος της δεκαετίας, η Κίνα θα διαθέτει τόσους διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους όσους έχουν σήμερα η Ρωσία και οι ΗΠΑ (CNN, 18.6.2024).
Συμπέρασμα: Η λήξη της NEW START υπό οποιεσδήποτε συνθήκες θα αποτελούσε μια σημαντική εξέλιξη που θα επιβάρυνε τη διεθνή ασφάλεια, καθιστώντας τη διεθνή ζωή λιγότερο προβλέψιμη. Ομως, στις σημερινές συνθήκες, με τη διεξαγωγή πολέμου με συμβατικά όπλα σε ευρωπαϊκό έδαφος, την υποβάθμιση της διεθνούς συνεργασίας, του κύρους του Συμβουλίου Ασφαλείας και των άλλων οργάνων των Ηνωμένων Εθνών και της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων του γενικού του γραμματέα, η λήξη της ισχύος της συγκεκριμένης συνθήκης δημιουργεί πρόσθετη διεθνή ανασφάλεια. H ανασφάλεια αυτή αποτελεί ισχυρό κίνητρο για τις χώρες που δεν διαθέτουν πυρηνικά όπλα να τα αποκτήσουν και για εκείνες που τα διαθέτουν να αυξήσουν τις δυνατότητές τους.
* Πρώην πρύτανης του Παντείου και πρέσβης εκ προσωπικοτήτων
