Η δίκη της “Κιβωτού του Κόσμου”, δεν αφορά μόνο αυτή την συγκεκριμένη δομή ή κάποια μεμονωμένα άτομα, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της παιδικής προστασίας στην Ελλάδα και θέτει ανοιχτά, το ζήτημα του ρόλου των ιδρυμάτων, των επαγγελματιών και της κοινωνίας συνολικά. Μετά από αυτή τη δίκη, κανείς και καμία δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι «δεν ήξερε». Τα όσα ακούστηκαν, καταγράφηκαν και κρίθηκαν δικαστικά, συνιστούν μια ιστορική τομή: η κακοποίηση παιδιών σε ιδρυματικές δομές δεν μπορεί πια να αποσιωπάται, να σχετικοποιείται ή να βαφτίζεται «παιδαγωγική» πρακτική, «φροντίδα» ή «εργασιοθεραπεία». Αντίθετα, αναδεικνύεται για ακόμα μια φορά ότι η ιδρυματική φροντίδα είναι ασύμβατη με την προστασία των ευάλωτων παιδιών και η χώρα μας επείγει να προχωρήσει σε κάθε ενέργεια για την άμεση αποιδρυματοποίηση των παιδιών και το κλείσιμο των ιδρυμάτων)
Η αποϊδρυματοποίηση αν και τόσο διαδεδομένη ως έννοια, παραμένει ουσιαστικά στα χαρτιά , τόσο σε επίπεδο πολιτικών όσο και σε επίπεδο πρακτικών, καθώς εν έτει 2026 τα ιδρύματα «παιδικής προστασίας» στην Ελλάδα καλά κρατούν και συνεχίζουν το «θεάρεστο» έργο τους. Πολλαπλές επιστημονικές έρευνες, εκθέσεις, εισηγήσεις σε συνέδρια επί σειρά ετών αναφέρουν ρητά ότι τα παιδιά που ζουν σε ιδρύματα έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να υποστούν κάποιου είδους (σωματική, σεξουαλική, ψυχολογική, συναισθηματική) κακοποίηση σε σύγκριση με τα παιδιά που ζουν σε οικογενειακά περιβάλλοντα. Επίσης, εδώ και δεκαετίες είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και αποτυπωμένο και στην Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού ότι έτσι και αλλιώς δεν υπάρχουν «καλά» ιδρύματα.
Η ιδρυματική φροντίδα είναι de facto κακοποιητική για κάθε παιδί αφού αναπόφευκτα εκεί υποβάλλονται σε μια συνθήκη αποστέρησης δυνατότητας για σχέση προσκόλλησης που είναι θεμελιώδης για την υγιή ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των βρεφών/παιδιών. Τα ιδρύματα επίσης υποβάλλουν τα παιδιά σε συνθήκες αποστέρησης της ποικιλίας των ερεθισμάτων και της ολιστικής φροντίδας που απολαμβάνουν τα παιδιά που ζουν σε οικογενειακά περιβάλλοντα, και γι’αυτό τα παιδιά που ζουν στα ιδρύματα παρουσιάζουν συχνά δυσκολίες στην ανάπτυξη τους. Όμως αυτά τα στοιχεία δυστυχώς δεν έχουν την θέση που τους αναλογεί στην επίγνωση και στην συνείδηση της ευρύτερης κοινωνίας. Και σ’αυτό φέρει ευθύνη και το σύνολο των επιστημονικών πεδίων που ασχολούνται με το παιδί και την φροντίδα του, γιατί αυτή η γνώση δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται «για εσωτερική κατανάλωση» ή σαν ένα θέμα που πρέπει να συζητείται μόνο σε συνέδρια «των ειδικών», αλλά είναι μια γνώση που πρέπει να περάσει στην συνείδηση της ευρύτερης κοινωνίας ,γιατί η παιδική προστασία πρέπει να είναι μια υπόθεση που αφορά όλους/ες!
Επιπλέον, είναι γνωστό πως η συντριπτική πλειοψηφία των παιδιών των ιδρυμάτων βρίσκονται εκεί λόγω παραμέλησης, με συχνό παρανομαστή την βία της φτώχειας από την οποία υποφέρουν χιλιάδες οικογένειες. Μοιάζει όμως, σαν να παραμένουμε σε μία ιστορική συνέχεια του ίδιου πατερναλιστικού αφηγήματος της φροντίδας των -φτωχών κυρίως- ανηλίκων. Από τις Παιδουπόλεις της Φρειδερίκης μέχρι και σήμερα, εκτός από μικρομεταρρυθμίσεις και αλλαγή στην ρητορική στην ουσία του το ίδρυμα στην Ελλάδα αποτελεί κεντρική πολιτική του κράτους για την παιδικής “προστασία”. Από τη φτώχεια και την εξαθλίωση των παιδιών και την “αναμόρφωση” στις Παιδουπόλεις… σε πιο “σύγχρονες παιδαγωγικές” μεθόδους….στην «αχαριστεία των παιδιών που ευεργετήθηκαν από την Κιβωτό του Κόσμου», ο παρονομαστής είναι κοινός: είσαι τυχερό που βρέθηκε το ίδρυμα να σε μαζέψει και απαιτείς και τη διαβίωσή σου σαν άτομο επιπλέον, θέτοντας έτσι τα ανήλικα άτομα σε θέση θύματος, χωρίς χώρο για οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή διεκδίκηση στη ζωή του, διωκόμενο από αυτό το στίγμα και στην ενήλική του ζωή.
Θα έπρεπε να μας προβληματίζει ως κοινωνία το γεγονός ότι τα παιδιά στα ιδρύματα ακόμα και όταν καταγγέλλουν την κακοποίηση τους ή όταν την μαρτυρούν και την καταγγέλλουν επαγγελματίες , υπάρχει πολύ μεγαλύτερη κινητοποίηση για την συγκάλυψη τους παρά για να αξιοποιηθούν τα στοιχεία προκειμένου να προκληθούν δομικές αλλαγές στο σύστημα παιδικής προστασίας. Μερικά παραδείγματα από το πρόσφατο παρελθόν:
Καταγγελία από 3 παιδιά (αδέρφια μεταξύ τους) για το ίδρυμα «παιδικό σπίτι» στον Πειραιά και στη συνέχεια και άλλα παιδιά κατήγγειλαν τους βιασμούς τους από τον πρόεδρο του ιδρύματος Κ. Λαλαούνη με τις δικαστικές αρχές παρεμβαίνουν το 20121. Το ίδρυμα υπό το βάρος των καταγγελιών έκλεισε με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ίδιου του ιδρύματος (και όχι όπως θα άρμοζε σε ένα οργανωμένο κράτος από τις ίδιες τις αρχές). Ο Κ. Λαλαούνης καταδικάστηκε για σωρεία ασελγειών που είχε διαπράξει σε βάθος δεκαετιών2.
Η είδηση, παρά τα δημοσιεύματα, δυστυχώς πέρασε «στα ψιλά» στον χώρο της παιδικής προστασίας και δεν πήρε ποτέ την έκταση που αρμόζει σε τέτοια σκάνδαλα- και «φυσικά» δεν οδήγησε σε καμία ουσιαστική πολιτική παρέμβαση στο πεδίο της παιδικής προστασίας και χωρίς να αξιοποιηθούν ποτέ τα στοιχεία που καταδεικνύουν τα σοβαρά και ακραία συστημικά ελλείματα που επέτρεψαν ή /και υπέλθαψαν την χρόνια σεξουαλική κακοποίηση ανήλικων που είχαν την ατυχία να φιλοξενούνται στο ίδρυμα.
Για σειρά ετών, πολλαπλά στοιχεία που προέκυψαν από μαρτυρίες των ίδιων των παιδιών3 για τα ιδρύματα, άλλα που καταγράφηκαν σε εκθέσεις κοινωνικών λειτουργών, αλλά και από στοιχεία που συνέλεξε ο ίδιος ο Συνήγορος του Παιδιού που διεξήγαγε δική του έρευνα4, έχει γνωστοποιηθεί στις αρμόδιες αρχές και το Υπουργείο ότι εφαρμόζονται αναχρονιστικές, αντιπαιδαγωγικές και καταπιεστικές μέθοδοι. Τι έγινε με όλα αυτά τα στοιχεία και τις μαρτυρίες; Τι απέγιναν αυτά τα παιδιά; Ποιος νοιάστηκε να αποδώσει δικαίωση σ ’αυτά τα παιδιά; Όλες αυτές οι υποθέσεις αποσιωπήθηκαν, κανένα παιδί δεν δικαιώθηκε/ δεν αποζημιώθηκε και τα ιδρύματα συνεχίζουν την λειτουργία τους χωρίς να έχει αλλάξει το παραμικρό.
Στην περίπτωση της «Κιβωτού του κόσμου» ο ασκός του Αιόλου, άνοιξε στις 28 Φεβρουαρίου 2022, όπου στο πλαίσιο διαδικτυακής συζήτησης «Παιδική Κακοποίηση στο Άβατο των Ιδρυμάτων», που είχε οργανωθεί με αφορμή τα περιστατικά κακοποίησης που βγήκαν στο φως της δημοσιότητας στο ίδρυμα ΠΕΝ στη Κυψέλη5 και ήταν μέρος καμπάνιας/ψηφίσματος στο οποίο συμμετείχε και το Δίκτυο Δράσης Κοινωνικών Λειτουργών για να κλείσει το εν λόγω ίδρυμα6, αναδύθηκε ανοιχτά αυτό που όλοι και όλες ως τώρα γνωρίζαμε ή υποψιαζόμαστε επαγγελματίες και μη: τα ιδρύματα «παιδικής προστασίας» στην Ελλάδα εξακολουθούν να αποτελούν κλειστά πλαίσια, με αυστηρά έως και καταπιεστικά/κακοποιητικά χαρακτηριστικά για τα παιδιά που φιλοξενούνται σε αυτά.
Από εκείνη την στιγμή και μετά τα παιδιά – νεαρά ενήλικα άτομα πλέον – μίλησαν και αποφάσισαν να συντονιστούν και να διεκδικήσουν μέσω της νομικής οδού το δικαίωμά τους να ζήσουν ως ελεύθερες οντότητες. Διεκδίκησαν αυτό του τόσα χρόνια διδασκόμαστε και διδάσκουμε στις Σχολές Κοινωνικής Εργασίας: την από-ιδρυματοποίηση. Από την Λέρο, τα Λεχαινά μέχρι την “Κιβωτό του Κόσμου” κανείς και καμία δεν μπορείς να ισχυριστεί πως δεν γνωρίζει πλέον στην Ελλάδα. Είναι όμως τώρα, ίσως η πρώτη φορά στην σύγχρονη ιστορία της χώρας, που τα ίδια τα παιδιά των ιδρυμάτων καταγγέλουν την κακοποίηση τους και αυτό είναι κομβικό σημείο για την παιδική προστασία αλλά και την κοινωνική εργασία.
Μετά από πολύμηνες δικονομικές διαδικασίες η απόφαση του δικαστηρίου εκδόθηκε στις 14 Νοεμβρίου 2024: Από τους οκτώ κατηγορούμενους οι τρεις κρίθηκαν αθώοι και οι πέντε ένοχοι για σοβαρά αδικήματα εις βάρος των παιδιών για απομόνωση, ξύλο, βαριά σωματική και ψυχική βλάβη. Η καταδίκη αυτή ήταν μία νίκη για την παιδική προστασία στην Ελλάδα.
Πρωτόδικα (το Νοέμβριο του 2024) τέσσερα πρώην στελέχη κρίθηκαν ένοχοι ως φυσικοί αυτουργοί, και ο π. Αντώνιος Παπανικολάου ως ηθικός αυτουργός, για σωματική κακοποίηση και άλλες κακοποιητικές συμπεριφορές που υπέστησαν στις δομές της οργάνωσης ανήλικοι ένοικοι της (αναλυτικά η απόφαση στα Πρακτικά της Δίκης της Κιβωτού από το The Manifold και Omnia TV7)
Από τον Μάιο 2025 εκδικάζεται η υπόθεση σε δεύτερο βαθμό, μετά από έφεση της εισαγγελέως για το αθωωτικό σκέλος της, αναφορικά με την απλήρωτη, σκληρή εργασία των εφήβων8.
Η δεύτερη αυτή δίκη της Κιβωτού συνεχίζεται με τις επόμενες δικάσιμους στις 16, 17 και 18 Φεβρουαρίου, 2026, ενώ στα μέσα περίπου Μαρτίου αναμένεται να ξεκινήσει και η τρίτη δίκη κατά της Κιβωτού, για ασέλγεια εις βάρος παιδιών της Κιβωτού.
Το Δίκτυο Δράσης Κοινωνικών Λειτουργών ως συλλογικότητα που προωθεί την Ριζοσπαστική και Κριτική Κοινωνική Εργασία βρέθηκε και αυτή την φορά από την πρώτη στιγμή στο πλευρό των παιδιών. Στην πρώτη δίκη της Κιβωτού, η φωνή μας ενώθηκε με συλλόγους, εκπροσώπους του Διοικητικού Συμβουλίου του ΣΚΛΕ, φοιτήτριες/τες και καθηγήτριες κοινωνικής εργασίας, δικηγόρους που χωρίς αμοιβή βρίσκονται εκεί στο πλευρό των παιδιών αλλά και δημοσιογράφους. Στην δεύτερη δίκη, παραμείναμε εκεί με λιγότερες δυνάμεις και συνεχίζουμε. Χρειαζόμαστε άμεσα την παρουσία των κοινωνικών λειτουργών εντός του δικαστηρίου και στην κοινωνία, που θα ανταποκριθούν σθεναρά στην ηθική και δεοντολογία της επιστήμης της Κοινωνικής Εργασίας. Αυτό δεν θα γίνει αύριο έτσι εύκολα, και σίγουρα όχι διατηρώντας ίσες αποστάσεις. Σε όποιο πλαίσιο εργασίας κι αν βρισκόμαστε έχουμε χρέος ηθικό/δεοντολογικό και υποχρέωση πολιτική να σταθούμε δίπλα στα παιδιά των ιδρυμάτων. Αν η Κοινωνική Εργασία υπερασπίζεται στην πράξη τα Δικαιώματα του Παιδιού, χρειάζεται να δει πως όσο η φιλανθρωπία λειτουργεί ως άλλοθι, τα ιδρύματα θα αποτελούν πλαίσια αόρατης βίας. Αν η κοινωνική εργασία αυτό δεν το αναγνωρίσει και δεν συγκρουστεί με αυτές τις πολιτικές, θα παραμείνει δέσμια της ιστορικής καταβολής της αναπαραγωγής της καταπίεσης.
Ξέρουμε πως έχουμε όμως αρκετό δρόμο για να κλείσουν τα ιδρύματα και να ισχυριστούμε πως υπάρχει ένα επαρκές Δημόσιο Κοινοτικό Δίκτυο Παιδικής Προστασίας. Ένα δίκτυο που θα στηρίζεται σε δημόσιες καθολικού τύπου κοινωνικές υπηρεσίες στην κοινότητα, σε κάθε γειτονιά, με κοινοτικά κέντρα επί της ουσίας και όχι της γραφειοκρατίας να δουλεύουν με οικογένειες και/για την ευημερία της κοινότητας σε κεντρικό ρόλο. Δημόσιες Κοινωνικές Υπηρεσίες σε κάθε γειτονιά, μαζί με την τοπική κοινωνία για την κοινωνική προστασία και όχι ως “ειδικοί” διαγνώστες εκ του μακρόθεν πίσω από ένα γραφείο. Ένα δίκτυο που θα έχει δομές υποστήριξης ανοιχτές στην κοινωνία και όχι ιδρύματα κλειστά αποθήκευσης ψυχών και επαγγελματιών που να μην αλλοτριώνονται σιγά σιγά από τον εξ’ ορισμού κακοποιητικό χαρακτήρα των ιδρυμάτων. Για όλα αυτά χρειάζεται να παλέψουμε, να τα διεκδικήσουμε στο “μαζί”, αντιστεκόμενες/οι εντός και εκτός κοινωνικών υπηρεσιών με συμμαχίες και αλληλοϋποστήριξη.
Καλούμε λοιπόν στις επόμενες δικάσιμους στις 16, 17 και 18 Φεβρουαρίου, 2026 στην αίθουσα Δ3 στο ισόγειο του Εφετείου Αθηνών.
