Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί θεμελιώδη διαδικασία ενίσχυσης του κράτους δικαίου και αναστοχασμού των αξιακών επιλογών της Πολιτείας.

Ιδίως ως προς το κεφάλαιο των ατομικών/ανθρωπίνων και κοινωνικών δικαιωμάτων, η αναθεώρηση του Συντάγματος, θα πρέπει να αποσκοπεί στη διασφάλιση της ουσιαστικής και καθολικής προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, σύμφωνα με τις σύγχρονες ευρωπαϊκές και διεθνείς εξελίξεις.
Το ελληνικό Σύνταγμα, και ειδικότερα το Άρθρο 5, κατοχυρώνει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και τη συμμετοχή στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας. Ωστόσο, η έλλειψη ρητής αναφοράς σε λόγους διάκρισης όπως ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η έκφραση, η ταυτότητα και τα χαρακτηριστικά φύλου δημιουργεί ασάφειες ως προς το εύρος της προστασίας, οι οποίες δεν συνάδουν πλέον με το ευρωπαϊκό και διεθνές πλαίσιο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), όπως ερμηνεύεται παγίως από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), έχει αναγνωρίσει ότι οι διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 8 και 14 της Σύμβασης, ενώ έχει καταστήσει σαφές ότι τα κράτη έχουν θετική υποχρέωση να διασφαλίζουν αποτελεσματική προστασία έναντι τέτοιων διακρίσεων. Παράλληλα, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προβλέπει ρητώς στο άρθρο 21, την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, ενώ κατοχυρώνει στο άρθρο 1 το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ως υπέρτατη αρχή της έννομης τάξης της ΕΕ.

Υπό το πρίσμα αυτό, η προτεινόμενη ρητή προσθήκη της έκφρασης, της ταυτότητας, των χαρακτηριστικών φύλου και του σεξουαλικού προσανατολισμού στο Άρθρο 5 του Συντάγματος δεν συνιστά κάποια καινοτομία ή προοδευτικότητα, αλλά εναρμόνιση με δεσμευτικά υπερ-νομοθετικά κείμενα και με τη νομολογία των ευρωπαϊκών δικαιοδοτικών οργάνων. Ενισχύει την ασφάλεια δικαίου, προσδίδει σαφή κατευθυντήρια γραμμή στον κοινό νομοθέτη και στη δικαστική ερμηνεία και θωρακίζει θεσμικά την αρχή της μη διάκρισης.

Οι προτάσεις που ακολουθούν, εντάσσονται σε αυτή τη λογική συνταγματικής συνέπειας και ευρωπαϊκής ευθυγράμμισης, με στόχο την ενίσχυση της κανονιστικής πληρότητας του Συντάγματος, ώστε η προστασία των δικαιωμάτων να είναι ρητή, προβλέψιμη και καθολική, ανταποκρινόμενη στις υποχρεώσεις της χώρας μας και στις απαιτήσεις μιας σύγχρονης, πλουραλιστικής δημοκρατίας.

Πριν από την εξέταση των επιμέρους συνταγματικών διατάξεων που προτείνεται να υπαχθούν σε διαδικασία αναθεώρησης, κρίνεται σκόπιμο να διατυπωθεί μία γενική παρατήρηση οριζόντιου χαρακτήρα. Ειδικότερα, ανεξαρτήτως των άρθρων που θα επιλεγούν τελικώς προς τροποποίηση, η χρησιμοποιούμενη συνταγματική γλώσσα οφείλει να είναι ουδέτερη ως προς το φύλο και απαλλαγμένη από αποκλειστικές ή διμερείς αναφορές φύλου, συμπεριλαμβανομένης της μονομερούς χρήσης του αρσενικού γένους ως δήθεν ουδέτερης μορφής.

Η υιοθέτηση γλωσσικών διατυπώσεων ουδέτερου φύλου, είναι ζήτημα κανονιστικής σαφήνειας και θεσμικής συμπερίληψης, δεδομένου ότι το Σύνταγμα απευθύνεται στο σύνολο των προσώπων που τελούν υπό την προστασία της ελληνικής έννομης τάξης. Ως εκ τούτου, η γλωσσική ουδετερότητα συμβάλλει στη διασφάλιση της καθολικότητας των συνταγματικών δικαιωμάτων και στην αποφυγή ερμηνευτικών περιορισμών ως προς το προσωπικό πεδίο εφαρμογής τους.

Η ενσωμάτωση μιας τέτοιας προσέγγισης στη συνταγματική αναθεώρηση εναρμονίζεται με τις σύγχρονες αρχές καλής νομοθέτησης, τις ευρωπαϊκές πρακτικές νομοτεχνικής επεξεργασίας και τη γενικότερη εξέλιξη του συνταγματικού λόγου προς κατευθύνσεις μεγαλύτερης ακρίβειας, καθολικότητας και θεσμικής συνέπειας.

Επί των άρθρων του Συντάγματος:

Άρθρο 3: Το Άρθρο 3 του Συντάγματος της Ελλάδας ορίζει τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, αναγνωρίζοντας την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία ως «επικρατούσα θρησκεία». Προτείνεται η κατάργηση του συγκεκριμένου Άρθρου, καθώς αρκεί το Άρθρο 13 που διασφαλίζει την θρησκευτική ελευθερία και την ισότιμη αντιμετώπιση όλων των θρησκειών από την Πολιτεία. Επιπλέον, δεν θα πρέπει να υπάρχει αναφορά σε «επικρατούσα θρησκεία», καθώς η αναφορά αυτή μεροληπτεί έναντι άλλων θρησκειών.

Άρθρο 4: Προτείνεται η ακόλουθη αναδιατύπωση, ώστε η παρ.2 να είναι συμβατή με το Άρθρο 23 του Χάρτη για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την αναδιατύπωση της παρ.3 ώστε η ελληνική ιθαγένεια να είναι σαφές ότι δεν περιορίζεται σύμφωνα με το δίκαιο του αίματος, καθώς και την αναδιατύπωση σχετικής παραγράφου ώστε να κατοχυρώνεται συνταγματικά η ισόχρονη θητεία για τα πρόσωπα που έχουν τεκμηριωμένη αντίρρηση συνείδησης.

Συγκεκριμένα:

«1. Όλα τα πρόσωπα που έχουν Ελληνική ιθαγένεια είναι ίσα έναντι του νόμου.

2. Όλα τα πρόσωπα που έχουν ελληνική ιθαγένεια έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις ανεξαρτήτως φύλου σε όλους τους τομείς, μεταξύ άλλων στην απασχόληση, την εργασία και τις αποδοχές. Η αρχή της ισότητας για λόγους φύλου δεν αποκλείει τη διατήρηση ή τη θέσπιση μέτρων που προβλέπουν ειδικές μέριμνες υπέρ προσώπων που υποεκπροσωπούνται.

3. Η ελληνική ιθαγένεια αναγνωρίζεται στα πρόσωπα που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος, χωρίς αυτές να περιορίζονται στο δίκαιο του αίματος.

4. Οι πολίτες που έχουν την Ελληνική ιθαγένεια συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.

5. Κάθε άτομο που έχει την Ελληνική ιθαγένεια έχει την υποχρέωση να συντελεί στην άμυνα της Πατρίδας, σύμφωνα με τους ορισμούς των νόμων. Τα πρόσωπα που έχουν τεκμηριωμένη αντίρρηση συνείδησης για την εκτέλεση ένοπλης ή γενικά στρατιωτικής υπηρεσίας, έχουν τη δυνατότητα ισόχρονης προσφοράς άλλων υπηρεσιών, εντός ή εκτός των ενόπλων δυνάμεων, όπως ορίζει ο νόμος.

6. Τίτλοι ευγένειας ή διάκρισης ούτε απονέμονται ούτε αναγνωρίζονται σε πρόσωπα που έχουν την Ελληνική ιθαγένεια.»

Άρθρο 5: Προτείνεται η παρακάτω αναδιατύπωση, ώστε στην παρ.1 να αφαιρεθεί η απαρχαιωμένη και αυθαίρετη αναφορά σε χρηστά ήθη, στην παρ.2 να προστεθούν ως έδαφος απαγόρευσης διάκρισης το φύλο καθώς και ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η έκφραση, η ταυτότητα και τα χαρακτηριστικά φύλου –όχι όμως μόνο αυτό- αλλά την απόλυτη προστασία των ανθρωπίνων και κοινωνικών δικαιωμάτων σε κάθε βιωτική περίσταση, καθώς επίσης στην ίδια παράγραφο την προσθήκη απαγόρευσης ομαδικών απελάσεων σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Χάρτη για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα της Ε.Ε., προσθήκη παραγράφου που ορίζει το δικαίωμα στο άσυλο όπως το Άρθρο 18 της Χάρτας της Ε.Ε. ορίζει, προσθήκη παραγράφου σύμφωνα με το Άρθρο 1, παράγραφος 1 του Τέταρτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθώς επίσης την προσθήκη στο δικαίωμα της προστασίας της σωματικής ακεραιότητας και φυσικής αυτονομίας στην παράγραφο 6.

Συγκεκριμένα:

«1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας.

2. Κάθε πρόσωπο που βρίσκεται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνει την απόλυτη προστασία των ανθρώπινων και κοινωνικών δικαιωμάτων του σε κάθε βιωτική περίσταση, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας, θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων, αναπηρίας, φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού, έκφρασης, ταυτότητας και χαρακτηριστικών φύλου. Νόμος προβλέπει την ποινική τιμωρία όσων παραβιάζουν την αρχή της ίσης μεταχείρισης με έργο ή λόγο. Εξαιρέσεις επιτρέπονται στις περιπτώσεις που προβλέπει το διεθνές δίκαιο. Απαγορεύεται η έκδοση αλλοδαπού προσώπου που διώκεται για τη δράση του υπέρ της ελευθερίας. Απαγορεύονται οι ομαδικές απελάσεις.

3. Το δικαίωμα ασύλου διασφαλίζεται τηρουμένων των κανόνων της Σύμβασης της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 και του Πρωτοκόλλου της 31ης Ιανουαρίου 1967 περί του καθεστώτος των προσφύγων και σύμφωνα με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4. H προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη. Κανένα πρόσωπο δεν καταδιώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο περιορίζεται, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος.

5. Απαγορεύονται ατομικά διοικητικά μέτρα που περιορίζουν σε οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει την Ελληνική ιθαγένεια την ελεύθερη κίνηση ή εγκατάσταση στη Χώρα, καθώς και την ελεύθερη έξοδο και είσοδο σ’ αυτήν. Τέτοιου περιεχομένου περιοριστικά μέτρα είναι δυνατόν να επιβληθούν μόνο ως παρεπόμενη ποινή με απόφαση ποινικού δικαστηρίου, σε εξαιρετικές περιπτώσεις ανάγκης και μόνο για την πρόληψη αξιόποινων πράξεων, όπως νόμος ορίζει.

6. Κανένα πρόσωπο δεν στερείται της ελευθερίας του μόνο λόγω αδυναμίας εκπληρώσεως συμβατικής του υποχρέωσης.

7. Καθένα πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας , της γενετικής του ταυτότητας, της σωματικής ακεραιότητας και φυσικής αυτονομίας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία κάθε προσώπου έναντι των βιοϊατρικών παρεμβάσεων.»

Άρθρο 6: Στο Άρθρο 6, προτείνεται η προσθήκη των παρακάτω, σύμφωνα με το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ που αναφέρεται στο δικαίωμα σε δίκαιη δίκη από ανεξάρτητο αμερόληπτο δικαστήριο, τη συνταγματική κατοχύρωση του τεκμηρίου της αθωότητας, καθώς και προσθήκη παραγράφου για την απαγόρευση διπλής δίωξης για ίδιες πράξεις ή συμπεριφορές σύμφωνα με το Άρθρο 4 του Εβδόμου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

«1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα σε δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρόνου, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που έχει ιδρυθεί από το νόμο, για την εκδίκαση υποθέσεων για τα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις του ή ποινικής κατηγορίας εναντίον του.

2. Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ένα ποινικό αδίκημα, θεωρείται αθώο μέχρι να αποδειχθεί η τελεσίδικη ενοχή του σύμφωνα με το νόμο.

3. Κανένα πρόσωπο δεν διώκεται ή δεν δικάζεται δύο φορές για τις ίδιες πράξεις ή συμπεριφορές.»

Στο Άρθρο 13, προτείνεται η αφαίρεση της απαρχαιωμένης και αυθαίρετης αναφοράς σε «χρηστά ήθη» και την αντικατάστασή τους με την απαγόρευση παραβίασης των ατομικών δικαιωμάτων άλλων προσώπων (παρ.2), καθώς και της επικρατούσας θρησκείας (παρ.3).

Συγκεκριμένα: 

«2. Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. H άσκηση της λατρείας και γενικότερα η ελεύθερη ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή να παραβιάζει τα ατομικά δικαιώματα άλλων. O προσηλυτισμός απαγορεύεται.

3. Οι λειτουργοί όλων των γνωστών θρησκειών υπόκεινται στην ίδια εποπτεία της Πολιτείας και στις ίδιες υποχρεώσεις απέναντί της.»
Στο Άρθρο 16 (Παιδεία, τέχνη, επιστήμη), θα πρέπει να γίνει αναδιατύπωση της παρ.2 ώστε να μην αναφέρεται μόνο σε Έλληνες πολίτες καθώς και την αφαίρεση των αναφορών σε θρησκευτική συνείδηση.

Συγκεκριμένα: 

«2. H παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή όλων των προσώπων που φοιτούν σε εκπαιδευτικά ιδρύματα εντός της Ελληνικής επικράτειας.»

Άρθρο 21: Σε αυτό το Άρθρο προτείνεται αναδιατύπωση της παρ.1, ώστε να είναι συμπεριληπτική ως προς το φύλο των γονέων και την προσθήκη άρθρων 2,3 και 4 σύμφωνα με τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των παιδιών.

Συγκεκριμένα:

«1. Το δικαίωμα γάμου και το δικαίωμα δημιουργίας οικογένειας διασφαλίζονται όπως ο νόμος ορίζει. Η οικογένεια, ο γάμος και η γονεϊκότητα τελούν υπό την προστασία του Κράτους.

2. Τα παιδιά έχουν δικαίωμα στην προστασία και τη φροντίδα που απαιτούνται για την καλή διαβίωσή τους. Τα παιδιά μπορούν να εκφράζουν ελεύθερα τη γνώμη τους. Η γνώμη τους σχετικά με ζητήματα που τα αφορούν λαμβάνεται υπόψη σε συνάρτηση με την ηλικία και την ωριμότητά τους.

3. Σε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά, είτε επιχειρούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίνεται στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού.

4.Κάθε παιδί έχει δικαίωμα να διατηρεί τακτικά προσωπικές σχέσεις και απ’ ευθείας επαφές με τους δύο γονείς του, εκτός εάν τούτο είναι αντίθετο προς το συμφέρον του.

5. Πολύτεκνες οικογένειες, πρόσωπα που είναι ανάπηρα πολέμου και ειρηνικής περιόδου, θύματα πολέμου, πρόσωπα που τελούν σε χηρεία και ορφανά εκείνων που έπεσαν στον πόλεμο, καθώς και όσοι πάσχουν από ανίατη σωματική ή πνευματική νόσο έχουν δικαίωμα ειδικής φροντίδας από το Κράτος.

6. Το Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών και παίρνει ειδικά μέτρα για την προστασία της νεότητας, του γήρατος, της αναπηρίας και για την περίθαλψη των απόρων.

7. H απόκτηση κατοικίας από αυτούς που την στερούνται ή που στεγάζονται ανεπαρκώς αποτελεί αντικείμενο ειδικής φροντίδας του Κράτους.

8. O σχεδιασμός και η εφαρμογή δημογραφικής πολιτικής, καθώς και η λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων αποτελεί υποχρέωση του Κράτους.

9. Τα άτομα με αναπηρία έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν μέτρων που εξασφαλίζουν την αυτονομία, την επαγγελματική ένταξη και την ισότιμη συμμετοχή τους στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας».

Τέλος, κρίνεται αναγκαία η αναθεώρηση των Άρθρων 61, 62, καθώς του Άρθρου 86 του Συντάγματος, προκειμένου να αποκατασταθεί η αρχή της ισότητας όλων των ατόμων ενώπιον του νόμου και να ενισχυθεί η ουσιαστική λογοδοσία της πολιτικής εξουσίας. Οι διατάξεις περί βουλευτικής και υπουργικής ασυλίας, όπως ισχύουν σήμερα, υπερβαίνουν τον αρχικό τους σκοπό της θεσμικής προστασίας και έχουν οδηγήσει σε καθεστώτα προνομιακής μεταχείρισης και ατιμωρησίας, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη των πολιτών στους δημοκρατικούς θεσμούς. Η προτεινόμενη τροποποίηση διατηρεί μόνο την απολύτως αναγκαία προστασία του κοινοβουλευτικού λόγου, ενώ καταργεί κάθε ειδική ποινική μεταχείριση, αποδίδοντας αποκλειστικά στη Δικαιοσύνη την αρμοδιότητα ποινικής κρίσης για βουλευτές και μέλη της κυβέρνησης, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του δικαίου. Συγκεκριμένα: 

«Άρθρο 61. Οι βουλευτές και οι βουλεύτριες δεν υπέχουν ποινική, αστική ή διοικητική ευθύνη για γνώμη ή ψήφο που διατύπωσαν ή έδωσαν αποκλειστικά κατά την άσκηση των κοινοβουλευτικών τους καθηκόντων, στο πλαίσιο των εργασιών της Βουλής ή των κοινοβουλευτικών επιτροπών της. 

Η προστασία του προηγούμενου εδαφίου δεν καταλαμβάνει περιπτώσεις λόγου που συνιστά ρητορική μίσους ή ρατσιστικό λόγο κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στον νόμο. 

Άρθρο 62. Οι βουλευτές και οι βουλεύτριες υπόκεινται σε ποινική, αστική και διοικητική ευθύνη όπως κάθε πολίτης, χωρίς να απαιτείται άδεια της Βουλής για τη δίωξη, σύλληψη ή προσωρινή κράτηση τους. Η άσκηση ποινικής δίωξης δεν αναστέλλει αυτοδικαίως την άσκηση των κοινοβουλευτικών καθηκόντων, εκτός αν επιβληθούν περιοριστικοί όροι ή στερητική της ελευθερίας ποινή με δικαστική απόφαση. 

Άρθρο 86. Τα μέλη της Κυβέρνησης και οι Υφυπουργοί υπέχουν ποινική ευθύνη για πράξεις ή παραλείψεις τους, είτε τελέστηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους είτε εκτός αυτών, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του ποινικού δικαίου. Η άσκηση ποινικής δίωξης, η προανάκριση και η ανάκριση διενεργούνται αποκλειστικά από τα αρμόδια δικαστικά όργανα, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη απόφαση ή άδεια της Βουλής. Δεν προβλέπεται ειδικό δικαστήριο για την εκδίκαση των ανωτέρω αδικημάτων.»

Η προστασία των ατομικών δικαιωμάτων χωρίς διακρίσεις θα πρέπει να είναι Συνταγματικά κατοχυρωμένη και να συμπεριλαμβάνει όλους τους συνανθρώπους μας, χωρίς εξαιρέσεις και να διασφαλίζει στον μέγιστο βαθμό τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που πρέπει να απολαμβάνει κάθε πρόσωπο μέσα σε μία δημοκρατική κοινωνία.

*Ειδική Σύμβουλος/Εκπαιδεύτρια θεμάτων: DEI-ΛΟΑΤΚΙ+-Κοινωνική Βιωσιμότητα στον Επιχειρηματικό Κόσμο, Μέλος Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Special Advisor Diversity Charter Greece