Υπάρχει κάτι βαθιά προκλητικό και σχεδόν κυνικό στο να ακούς, δημόσια και με άνεση, έναν άντρα να δηλώνει ότι θα πει σε μια γυναίκα που «την δέρνουν από το πρωί μέχρι το βράδυ» πως «είναι ηλίθια».
Όχι επειδή πρόκειται απλώς για αγένεια ή άγνοια, αλλά επειδή τέτοιες φράσεις εκφέρονται μέσα σε ένα πολύ συγκεκριμένο κοινωνικό τοπίο. Για την ακρίβεια, σε μια χώρα που τα τελευταία χρόνια μετρά γυναικοκτονίες με ρυθμό που δεν αφήνει περιθώρια για εθελοτυφλία. Σε μια χώρα όπου, κάθε τόσο, διαβάζουμε το ίδιο ρεπορτάζ με διαφορετικό όνομα. Με σχεδόν πάντα την ίδια υποσημείωση: είχε ήδη χωρίσει, είχε ζητήσει βοήθεια, είχε πάει στην αστυνομία, είχε καταγγείλει. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για θεωρητική συζήτηση, αλλά αυτές οι κουβέντες προσγειώνονται πάνω σε μια ωμή πραγματικότητα έμφυλης βίας.
Οι δήθεν “αστείες” ατάκες τύπου «Ναι, θα πω σε μια γυναίκα: είσαι ηλίθια», όπως αυτές που ακούστηκαν πρόσφατα από το δημοφιλή επαγγελματία ψυχικής υγείας Γιώργο Λάγιο στο podcast “Θα Σας Ειδοποιήσουμε”, δεν είναι απλώς άκομψες ή χυδαίες. Είναι οι λέξεις μιας κουλτούρας που κανονικοποιεί την επιβολή, την ταπείνωση, την κατάπτωση της αξιοπρέπειας. Είναι τα ίδια λόγια που ακούει, ξανά και ξανά, η γυναίκα που παλεύει να απελευθερωθεί από έναν σύντροφο που την κακοποιεί.
Λόγια που συσκοτίζουν τη βία, που εκτρέφουν την ανοχή και που επαναπαύουν όσους, άντρες και γυναίκες, πιστεύουν ότι τα θύματα κακοποίησης είναι απλώς ένα μάτσο ηλίθιοι. Οι υπεροπτικοί αυτοί κριτές βαυκαλίζονται από απόσταση, εκ του ασφαλούς, πως σε εκείνους, αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ. Εκείνοι θα είχαν φύγει από την πρώτη στιγμή. Γιατί εκείνοι είναι έξυπνοι, και οι άλλοι χαζοί. Τόσο απλό είναι τελικά! Άρα, σύμφωνα με αυτή τη λογική, δεν χρειάζεται να κάνουμε και τίποτα ιδιαίτερο. Αν αυτές είναι ηλίθιες και κάθονται, δεν φταίμε εμείς!
Όταν μιλάμε για κακοποιητικές σχέσεις, δεν μιλάμε για μεμονωμένα επεισόδια θυμού. Μιλάμε για μια συστηματική διαδικασία αποδόμησης της προσωπικότητας του θύματος από τον θύτη, για επαναλαμβανόμενες προσπάθειες ελέγχου, για μια ψυχολογική και σωματική διάβρωση που διαρκεί μήνες, χρόνια, δεκαετίες.
Συχνά, η γυναίκα που βιώνει αυτή τη βία δεν προσπαθεί μια φορά να φύγει. Σύμφωνα με διεθνείς μελέτες, τα θύματα προσπαθούν να διακόψουν την κακοποιητική σχέση μέχρι επτά φορές και παραπάνω πριν να το καταφέρουν, κάθε φορά επιστρέφοντας από φόβο, ενοχή, ντροπή, οικονομική εξάρτηση, απειλές, ή την αποδοχή της υπόσχεσης ότι “θα αλλάξει”. Κάθε αποτυχία επιστροφής δεν είναι αποτυχία του θύματος. Είναι απόδειξη του πόσο βαθιά ουλές έχει προκαλέσει ο κακοποιητής στην αυτοπεποίθηση και στην αίσθηση ασφάλειας της γυναίκας, αλλά και πόσο επισφαλές είναι όντως να φύγει με ασφάλεια, εκείνη ή και τα παιδιά, σε μια χώρα που μετρά νεκρές.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, γνωρίζει πολύ καλά τι την περιμένει αν μιλήσει. Η κοινωνική καχυποψία. «Γιατί δεν έφυγες νωρίτερα;» «Γιατί γύρισες;» «Τώρα το θυμήθηκες;»
Το θύμα καλείται διαρκώς να απολογηθεί για τον χρόνο που χρειάστηκε για να σωθεί, χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν οι αντικειμενικές δυσκολίες που μπορεί να αντιμετώπισε ή την ψυχολογία των θυμάτων κακοποίησης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το να εμφανίζεται κάποιος δημόσια και να θεωρεί φυσικό ή και χαριτωμένο να αποκαλεί μια γυναίκα «ηλίθια» δεν είναι απλώς άκομψο. Είναι θράσος.
Αυτή είναι η πραγματικότητα που αγνοούν ή περιφρονούν όσοι, όπως ο κύριος Λάγιος, θεωρούν τη θρασύτητα και την προσβολή της νοημοσύνης μιας κακοποιημένης γυναίκας ένα επιτυχημένο αστείο, ένα κοφτερό σχόλιο, μια “αιρετική άποψη”.
Τι σημαίνει “ψυχολογία του θύματος” μέσα σε όλα αυτά; Σημαίνει ότι η γυναίκα που κακοποιείται παλεύει κάθε μέρα με έναν εσωτερικό διάλογο γεμάτο φόβο, αμφιβολία και αυτοκριτική. Ακούει μέσα της τη φωνή που λέει: “Μήπως το άξιζα; Μήπως το προκάλεσα; Αφού το ανέχτηκα, καλά να πάθω!”. Αυτή η εσωτερική φωνή, και όχι η βία από μόνη της, είναι που καθηλώνει το θύμα στο ίδιο μοτίβο. Κι όμως, ακόμα και όταν αυτή η φωνή είναι δυνατή, μέσα υπάρχει μια άλλη, αμυδρή, πιο αληθινή: η φωνή που ζητά βοήθεια, που θέλει να φύγει, που ξέρει ότι αξίζει κάτι καλύτερο.
Κάθε απόπειρα διαφυγής, κάθε “επτά προσπάθειες”, είναι και μια διαδοχική ήττα της βίας, μια μικρή νίκη της ελπίδας επί του φόβου. Και κάθε φορά που μια γυναίκα παλεύει να σπάσει αυτόν τον φαύλο κύκλο, αντικρίζει τη σκληρή αλήθεια: ότι η κοινωνία συχνά την κατηγορεί περισσότερο για την προσπάθειά της να φύγει παρά για την κακοποίηση που υπέστη.
Εδώ βρίσκεται η πραγματική πληγή. Αυτή είναι η κοινωνία που πρέπει να αλλάξουμε, και να την φτιάξουμε έτσι ώστε να στηρίζει τα θύματα είτε στις επτά ή είτε στις εβδομήντα επτά προσπάθειες να απελευθερωθούν, και που δεν θα θεωρεί αποδεκτή την ταπείνωση, τον εκφοβισμό, τον ψυχολογικό έλεγχο.
Το να λες σε μια γυναίκα που κακοποιείται «είσαι ηλίθια» δεν είναι απλά προσβλητικό. Είναι μια υπενθύμιση ότι για μερικούς, ακόμα και σήμερα, η αξιοπρέπεια μιας άλλης ανθρώπινης ύπαρξης παραμένει διαπραγματεύσιμη, υποτιμητέα και αναλώσιμη. Και αυτή είναι μια πραγματικότητα που δεν μας παίρνει πια να συνεχίσουμε να ανεχόμαστε.
*Πολιτική Αναλύτρια – Νομικός
