Η συστηματική υπονόμευση του ΟΗΕ από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, μέσω της προσπάθειας υποκατάστασής του από το «Συμβούλιο Ειρήνης», οι απειλές για κατάκτηση της Γριλανδίας και η μεγάλης κλίμακας αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση στη Βενεζουέλα με στόχο την απαγωγή του προέδρου Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του συνιστούν, μετά τη συστηματική γενοκτονία των Παλαιστινίων από το Ισραήλ και την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, επικίνδυνους σταθμούς στην κανονικοποίηση των παραβιάσεων της διεθνούς νομιμότητας. Οσον αφορά τη Βενεζουέλα, και ανεξάρτητα από την πολιτική αξιολόγηση της κυβέρνησής της, η απαγωγή εκλεγμένου αρχηγού ανεξάρτητου κράτους δημιουργεί ένα προηγούμενο βαθιά αποσταθεροποιητικό για τις διεθνείς σχέσεις και το σύστημα κανόνων που τις διέπει. Οταν η χρήση βίας, η πλήρης παράκαμψη της διεθνούς νομιμότητας και του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και η επιστροφή στην εποχή της «διπλωματίας των κανονιοφόρων» επενδύονται με μανδύα νομιμότητας και «ηθικού» προτάγματος από όσους διαθέτουν τη στρατιωτική ισχύ να τις επιβάλουν, τότε το διεθνές δίκαιο και οι κανόνες που το συγκροτούν -μία από τα σημαντικότερες κατακτήσεις του 20ού αιώνα- παύουν να λειτουργούν ως δεσμευτικό και καθολικό πλαίσιο ρύθμισης των διεθνών σχέσεων και υποβαθμίζονται σε εργαλείο επιλεκτικής επίκλησης, που εφαρμόζεται ή παρακάμπτεται κατά περίπτωση, ανάλογα με την ισχύ και τα συμφέροντα των εμπλεκομένων.
Σε σχετική δήλωσή του, ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ ανέφερε ότι η επιχείρηση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα συνιστά επικίνδυνο προηγούμενο και εξέφρασε τη βαθιά ανησυχία του για το γεγονός ότι οι κανόνες του διεθνούς δικαίου δεν τηρήθηκαν, ενώ τόνισε τη σημασία του πλήρους σεβασμού, από όλους, του διεθνούς δικαίου και του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Στην ίδια λογική, ο γενικός γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης, Alain Berset, δήλωσε μεταξύ άλλων ότι «το διεθνές δίκαιο είναι είτε καθολικό είτε είναι χωρίς νόημα».
Ενας κόσμος που λειτουργεί με εξαιρέσεις, με δύο μέτρα και δύο σταθμά και χωρίς σεβασμό στους κοινά αποδεκτούς διεθνείς κανόνες, καθίσταται ασταθής και επικίνδυνος, ιδίως για τα μικρά και φτωχά έθνη, καθώς ευνοεί νεο-αποικιακές επικυριαρχίες, την κλιμάκωση περιφερειακών εντάσεων και τη γενίκευση συγκρούσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών ιδρύθηκε στον απόηχο του καταστρεπτικού Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με πολλές δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς σε Ανατολή και Δύση, ακριβώς για να αποτρέψει την επανάληψη τέτοιων καταστροφών, να διασφαλίσει τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια και να θεμελιώσει ένα πλαίσιο συνεργασίας για την επίτευξη κοινών, πανανθρώπινων στόχων.
Και τέτοιο μέλλον δεν μπορεί να υπάρξει ούτε σε έναν κόσμο όπου η χρήση στρατιωτικής ισχύος υποκαθιστά το διεθνές δίκαιο, ούτε σε έναν κόσμο ανίκανο να οργανώσει συντονισμένη συλλογική δράση για την αναχαίτιση της μεγαλύτερης υπαρξιακής απειλής της εποχής μας: της κλιματικής κατάρρευσης (εξαιρώντας, βέβαια, τον κίνδυνο ενός παγκόσμιου πολέμου, τα σκοτεινά σύννεφα του οποίου φαίνεται ξανά να μαζεύονται).
Οταν όμως σήμερα οι μεγάλες δυνάμεις βρίσκονται σε ανταγωνιστική φρενίτιδα, όταν ο ίδιος ο ΟΗΕ υπονομεύεται -κυρίως από τις ΗΠΑ- και οι συστάσεις του αγνοούνται συστηματικά, όταν περισσεύει η υποκρισία σε διεθνές επίπεδο και νομιμοποιούνται στην πράξη εισβολές, εθνοκαθάρσεις, βομβαρδισμοί τρίτων χωρών χωρίς καν την κήρυξη πολέμου, όταν οι ΗΠΑ αποχωρούν από τις κλιματικές συμφωνίες και συνθήκες, αρνούμενες την πραγματικότητα της ανθρωπογενούς κλιματικής αλλαγής, υπό το βάρος της βιομηχανίας εξόρυξης ορυκτών καυσίμων, πώς μπορεί να υπάρξει το απαραίτητο διεθνές περιβάλλον για κλιματικές συναινέσεις και συντονισμένες δράσεις για το κλίμα, που απαιτούν παγκόσμια, περιφερειακή και εθνική συνεννόηση;
O πλανήτης βρίσκεται στο «παρά ένα» της ανεξέλεγκτης και μη αναστρέψιμης κλιματικής καταστροφής, σύμφωνα με τις εκθέσεις των Ηνωμένων Εθνών, που βασίζονται και στην εξαντλητική επιστημονική τεκμηρίωση της Διακυβερνητικής Επιτροπής για το Κλίμα (IPCC). Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, εάν δεν ενεργήσουμε παράλληλα σε διεθνές επίπεδο. Δεν μπορούμε όμως να ενεργήσουμε αποτελεσματικά σε διεθνές επίπεδο χωρίς συναίνεση και συνεργασία των μεγάλων δυνάμεων που καθορίζουν τις διεθνείς οικονομικο-πολιτικές εξελίξεις, αλλά και χωρίς σεβασμό των αποφάσεων και των συστάσεων του ΟΗΕ.
Το διεθνές περιβάλλον, όπως διαμορφώνεται στο πλαίσιο της νέας παγκόσμιας πολυπολικής πραγματικότητας, αναδιατάσσει συμμαχίες και ζώνες επιρροής, εντείνει οικονομικούς και πολιτικούς ανταγωνισμούς και δημιουργεί πρόσφορο πεδίο παραβιάσεων της διεθνούς νομιμότητας με ή χωρίς νομικό έρεισμα. Οι επιπτώσεις αυτής της νέας παγκόσμιας συνθήκης, πέρα από τις ανθρωπιστικές καταστροφές, την υποχώρηση δημοκρατικών κατακτήσεων στον δυτικό κόσμο, τον ρατσισμό και την ξενοφοβία, θα είναι δραματικές και πιθανότατα μη αναστρέψιμες για την εξέλιξη του κλίματος και τις μεσο-μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Αυτή είναι μια κρίσιμη διάσταση που συχνά υποβαθμίζεται στη συζήτηση για το κλίμα, ότι δηλαδή η αποδόμηση της διεθνούς νομιμότητας υπονομεύει καταλυτικά τη δυνατότητα συλλογικής κλιματικής δράσης και επομένως και το ίδιο το μέλλον της ανθρωπότητας. Οταν οι διεθνείς κανόνες και οι αποφάσεις του ΟΗΕ παρακάμπτονται, αγνοούνται ή εφαρμόζονται επιλεκτικά, τότε συμφωνίες που στηρίζονται σε εθελούσια συμμόρφωση και σε αμοιβαία εμπιστοσύνη -όπως οι κλιματικές δεσμεύσεις- χάνουν την όποια ισχύ τους και παραμένουν ευχολόγια.
Οσο οι διεθνείς σχέσεις απομακρύνονται από τη διεθνή νομιμότητα και μετατοπίζονται σε πρακτικές επιβολής ισχύος εκτός του πλαισίου του διεθνούς δικαίου, τόσο δυσκολότερη γίνεται η συλλογική δράση για το κλίμα σε παγκόσμιο επίπεδο – και τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος οι κλιματικές πολιτικές να παραμεριστούν υπό το βάρος βραχυπρόθεσμων γεωπολιτικών κρίσεων και οικονομικών σκοπιμοτήτων. Σε αυτό το περιβάλλον, χώρες και κοινωνίες θα πιεστούν να ασφαλίσουν ενεργειακούς πόρους, πρώτες ύλες και αλυσίδες εφοδιασμού με κάθε κόστος, αναβάλλοντας τις αναγκαίες αποφάσεις απανθρακοποίησης και προσαρμογής. Και τότε η κλιματική κρίση θα μετατραπεί και σε πολλαπλασιαστή συγκρούσεων, ανισοτήτων και ανθρωπιστικών κρίσεων.
Και καταλήγουμε στο κρίσιμο ερώτημα: Υπάρχει η ωριμότητα στις παγκόσμιες πολιτικές και οικονομικές ελίτ αλλά και στην κοινωνία των πολιτών για να αντιληφθούν την κρισιμότητα της κατάστασης και να δράσουν ανάλογα; Το ερώτημα είναι μάλλον ρητορικό και ο χρόνος μετρά πλέον αντίστροφα…
* Καθηγητής Τμήματος Φυσικής, ΑΠΘ, μέλος Επιστημονικής Επιτροπής Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα,πρώην πρόεδρος Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών
