Το θανατηφόρο εργατικό δυστύχημα στη Βιολάντα στα Τρίκαλα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το πλαίσιο κρατικής εποπτείας της εργασίας, ούτε να περιοριστεί σε ατομικές ευθύνες της εργοδοσίας. Πρόκειται για γεγονός που εγείρει σοβαρά ζητήματα θεσμικής και πολιτικής ευθύνης της κυβέρνησης, ιδίως ως προς τη λειτουργία της Επιθεώρησης Εργασίας και του πρώην ΣΕΠΕ.
Σε νομικό επίπεδο, το κράτος φέρει συνταγματική και διεθνή υποχρέωση πρόληψης των εργατικών ατυχημάτων. Η υποχρέωση αυτή απορρέει τόσο από το άρθρο 22 του Συντάγματος όσο και από το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο (Οδηγία 89/391/ΕΟΚ, ΔΣΕ), και δεν εξαντλείται στη νομοθέτηση, αλλά προϋποθέτει ενεργό, συστηματικό και αποτελεσματικό έλεγχο των χώρων εργασίας.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, αποδεικνύει ότι η Επιθεώρηση Εργασίας και το ΣΕΠΕ λειτουργούν με πλημμελείς, αποσπασματικούς και συχνά τυπικούς ελέγχους, λόγω χρόνιας υποστελέχωσης, ανεπαρκούς χρηματοδότησης και πολιτικών επιλογών που έχουν αποδυναμώσει τον ελεγκτικό τους ρόλο.
Οι προαναγγελθέντες έλεγχοι, η σπανιότητα επιτόπιων αυτοψιών και η περιορισμένη επιβολή ουσιαστικών κυρώσεων υπονομεύουν ευθέως την αποτρεπτική λειτουργία του νόμου.
Σε πολιτικό επίπεδο, η κυβέρνηση δεν μπορεί να επικαλείται άγνοια ή «μεμονωμένο περιστατικό». Η διαρκής αύξηση των εργατικών ατυχημάτων καθιστά σαφές ότι πρόκειται για συστημική αποτυχία εποπτείας. Όταν το κράτος δεν ελέγχει ουσιαστικά, τότε δημιουργεί συνθήκες έμμεσης ανοχής στην παραβίαση των κανόνων υγείας και ασφάλειας, μετακυλίοντας τον κίνδυνο αποκλειστικά στους εργαζόμενους.
Τα πρώτα στοιχεία της ΟΣΕΤΕΕ για το 2025 καταδεικνύουν ότι τα εργατικά δυστυχήματα και οι σοβαροί τραυματισμοί εξακολουθούν να αποτελούν μια σκληρή καθημερινότητα, αποκαλύπτοντας έλλειμμα προστασίας της ανθρώπινης ζωής στον χώρο της εργασίας. Δεν πρόκειται για μεμονωμένα «ατυχή περιστατικά», αλλά για συνέπεια της απουσίας ουσιαστικών ελέγχων, της υποβάθμισης της πρόληψης και της ανοχής στην εργοδοτική αυθαιρεσία, με την κυβέρνηση να φέρει ακέραια την ευθύνη.
Το δυστύχημα στη Βιολάντα αναδεικνύει ότι η κυβερνητική πολιτική στον τομέα της εργασίας έχει μετατρέψει την Επιθεώρηση Εργασίας από μηχανισμό πρόληψης σε μηχανισμό διαχείρισης συνεπειών, που παρεμβαίνει εκ των υστέρων — όταν πλέον έχουν χαθεί ανθρώπινες ζωές.
Η απόδοση δικαιοσύνης δεν μπορεί να περιοριστεί στην αναζήτηση ποινικών ευθυνών της εργοδοσίας. Απαιτείται και πολιτική λογοδοσία για τη συνειδητή αποδυνάμωση των ελεγκτικών μηχανισμών και για ένα κράτος που απέτυχε να επιτελέσει τον θεμελιώδη ρόλο του: την προστασία της ζωής και της αξιοπρέπειας των εργαζομένων.
*δικηγόρος LL.M., γενικός γραμματέας Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, αν. γραμματέας Τομέα Θεσμών ΠΑΣΟΚ.
