Σημαντικό μέρος νομικών εξειδικευμένων στο διεθνές δίκαιο έχει επανειλημμένως υποστηρίξει ότι ο κλάδος πρέπει να αναγνωρίσει πως αυτό που εμφανίζεται σήμερα ως κρίση του διεθνούς δικαίου είναι, στην πραγματικότητα, μια κρίση των επιστημολογικών του πλαισίων. Παρ’ όλο που μια πρόσκληση προς έναν ριζοσπαστικό μετασχηματισμό της νομικής σκέψης είναι ελκυστική, υπό το πρίσμα της απτής κατάρρευσης των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου, η ενασχόληση με αυτές μάλλον θα έπρεπε να αποτελεί προτεραιότητα.
Το 2025 ολοκληρώθηκε με «έναν κόσμο σε κρίση»: από τη συνέχιση των εχθροπραξιών σε Ουκρανία και Ρωσία και τις καταγγελίες για γενοκτονικές πρακτικές στην Παλαιστίνη, έως τις συγκρούσεις στο Σουδάν και την αμφισβήτηση συνόρων στο Κέρας της Αφρικής. Η «διεθνής κοινότητα» φαίνεται να παρακολουθεί αμήχανη τη συστηματική αμφισβήτηση της μεταπολεμικής τάξης. Το διεθνές δίκαιο βρίσκεται σε μια μετα-κανονική φάση, όπου ο βεστφαλιανός ακρογωνιαίος λίθος του, η εθνική κυριαρχία, κλονίζεται συθέμελα.
Λίγα εικοσιτετράωρα μετά την αλλαγή του χρόνου, οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν συντονισμένη επίθεση κατά της Βενεζουέλας. Η επιχείρηση κορυφώθηκε με τη «σύλληψη» του προέδρου Μαδούρο και τη μεταφορά του στις ΗΠΑ για να αντιμετωπίσει, βάσει των επίσημων ανακοινώσεων της κυβέρνησης Τραμπ, «την πλήρη οργή της αμερικανικής Δικαιοσύνης». Η εξωδικαστική απαγωγή ενός ηγέτη κυρίαρχου κράτους, συνοδευόμενη από τη διακήρυξη ότι οι ΗΠΑ «θα διοικήσουν τη Βενεζουέλα» μέχρι την «πρέπουσα» μετάβασή της, συνιστά κατάφωρη παραβίαση των Αρθρων 1 και 2 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, ενώ η αρχή της μη επέμβασης απαγορεύει στα κράτη να παρεμβαίνουν με καταναγκαστικά μέσα στο domaine réservé άλλων κρατών, όπως έχει καθιερωθεί και στο εθιμικό διεθνές δίκαιο. Οι παραπάνω ενέργειες αποτελούν ένα επικίνδυνο προηγούμενο που έρχεται να ενισχύσει την εντεινόμενη τάση αμφισβήτησης της αρχής της κυριαρχικής ισότητας, με την τελευταία να αποτελεί θεμέλιο της ύπαρξης αυτού που μεταπολεμικά ονομάστηκε «διεθνής κοινότητα».
Καθίσταται σαφές ότι τέτοιες πρακτικές κυοφορούν τον κίνδυνο να παράσχουν σε αναθεωρητικές και αυταρχικές κυβερνήσεις ανά τον κόσμο βάσιμη νομιμοποίηση για παρόμοιες μονομερείς ενέργειες. Δεν είναι άλλωστε μυστικό πως στρατηγικοί ανταγωνιστές των ΗΠΑ, με ακόμα λιγότερες εσωτερικές δημοκρατικές «αγκυλώσεις», όπως η Ρωσία και η Κίνα, δείχνουν να εξετάζουν την ενίσχυση της έντασης στις δικές τους στρατιωτικές υποθέσεις σε Ουκρανία και Ταϊβάν, αντίστοιχα. Κανονικοποιώντας τη μονομερή εξωεδαφική εφαρμογή του εθνικού δικαίου, και μη επιδιώκοντας διεθνή έγκριση, οι ΗΠΑ παρέχουν έναν οδικό χάρτη για περιφερειακές δυνάμεις που φιλοδοξούν να ακολουθήσουν τη θουκυδίδεια λογική, όπου «η ισχύς υπερέχει των κανόνων»
Αν και όχι πάντα επιτυχημένα, η πολυμέρεια ιστορικά χρησίμευσε στη διατήρηση μιας οργανικής σχέσης μεταξύ του διεθνούς και του εγχώριου επιπέδου άσκησης πολιτικής. Εν τούτοις, η σημερινή εικόνα χαρακτηρίζεται από την αδράνεια και την πρωτοφανή αμηχανία πολυμερών φορέων με άλλοτε αδιαμφισβήτητα αναγνωρισμένη θεσμική εμβέλεια και κύρος μπροστά στη συστηματική αποδόμηση της διεθνούς νομικής αρχιτεκτονικής. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εικόνας φαίνεται να είναι η Ε.Ε., η οποία εμφανίζεται εγκλωβισμένη μεταξύ της ταυτότητάς της ως ανθρωπιστικής δύναμης και της υπαρξιακής της εξάρτησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η κατάρρευση της εμπιστοσύνης προς τους πολυμερείς θεσμούς αποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, από τη διακοπή χρηματοδότησης ανθρωπιστικών επιχειρήσεων του ΟΗΕ, τις μονομερείς κυρώσεις κατά αξιωματούχων του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου και την περιφρόνηση των αποφάσεων του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.
Η αναδιάταξη της διεθνούς πολιτικής υποδηλώνει ότι η κατάρρευση είναι η νέα πραγματικότητα για το διεθνές δίκαιο. Οι θεμελιώδεις αρχές του διαβρώνονται συστηματικά από την αναζωπύρωση της πολιτικής της ωμής ισχύος. Ιστορικά, ακόμη και οι ισχυρότερες ηγεμονικές δυνάμεις επεδίωκαν να νομιμοποιήσουν τις ατζέντες τους επικαλούμενες κάποιον κανόνα διεθνούς δικαίου. Σήμερα, τα ισχυρά κράτη δεν φαίνεται να νιώθουν την ανάγκη να καλύψουν τις φιλοδοξίες τους πίσω από τη γλώσσα της νομιμότητας· ενεργούν με ατιμωρησία και διαλύουν τα εύθραυστα πλαίσια που κάποτε συγκρατούσαν τη διεθνή τάξη.
Αυτό δεν είναι απλώς ζήτημα παρωχημένων εννοιολογικών εργαλείων. Είναι η αποδόμηση της ίδιας της ιδέας ότι ο νόμος μπορεί να περιορίσει την ισχύ. Ο νόμος δεν είναι πλέον «ο πάντων βασιλεύς», όπως το έθεσε ο αρχαίος ποιητής. Η κρίση του διεθνούς δικαίου είναι υπαρξιακή. Το επικείμενο τέλος του διεθνούς δικαίου δεν είναι απλώς το τέλος της αυθεντίας του, αλλά η κορύφωση της αδυναμίας του να συμφιλιώσει τα οικουμενικά του ιδεώδη με τις ασυμμετρίες ισχύος που ορίζουν τη σύγχρονη παγκόσμια πολιτική.
*Μεταδιδακτορικός ερευνητής, Κέντρο για το Δίκαιο της Θάλασσας της Νομικής Σχολής του Αρκτικού Πανεπιστημίου της Νορβηγίας και ανώτερος συνεργάτης, The Arctic Institute – Center for Circumpolar Studies, Ουάσινγκτον D.C.
**Πολιτικός επιστήμονας, M.Phil. in Peace and Conflict Transformation (The Arctic University of Norway)
