Σε άρθρο μου πριν από έναν μήνα αναφέρθηκα ενδεικτικά σε χρηματοδοτήσεις της κατάρτισης μεταπτυχιακών προγραμμάτων σε συνεργασία με ξένα πανεπιστημιακά ιδρύματα, οι οποίες ανέρχονται σε αρκετά εκατομμύρια ευρώ. Οι συγκεκριμένες περιπτώσεις, στον βαθμό που γνωρίζω, δεν προκάλεσαν κάποια αντίδραση της Ειδικής Υπηρεσίας Συντονισμού Ταμείου Ανάκαμψης (ΕΥΣΤΑ) του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία είναι υπεύθυνη για τη διαμόρφωση στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης κατά την υλοποίηση των δράσεων του Ταμείου.
Αναλογιζόμενος την ευθύνη μου ως μέλους της ακαδημαϊκής κοινότητας του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου, επανέρχομαι με μια συνολική παράθεση των στοιχείων του υποέργου 3: «Διεθνοποίηση των εκπαιδευτικών υπηρεσιών των ΑΕΙ» στο πλαίσιο του έργου SUB2: «Πανεπιστήμια Αριστείας» στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0», το οποίο προκηρύχθηκε τον Αύγουστο του 2024 (αριθμός πρωτοκόλλου 4358/7-8-2024). Η προκήρυξη όριζε τη διάρκεια υλοποίησης των προτάσεων που θα εγκρίνονταν έως την 31η Δεκεμβρίου 2025 (προαναφέροντας βεβαίως την αναπόφευκτη παράτασή της) και προέβλεπε ως επιλέξιμες δαπάνες τις αμοιβές ανθρωπίνου δυναμικού, διάφορες υπηρεσίες πιστοποίησης και δικτύωσης, τις απαραίτητες επισκέψεις και ημερίδες, συμπληρώνοντας όμως και τη διαμόρφωση χώρων και την προμήθεια εκπαιδευτικού και ερευνητικού εξοπλισμού. Οσο για τα όρια των προϋπολογισμών, κι εδώ η προκήρυξη ήταν αρκούντως γενναιόδωρη και «ευέλικτη»: «Κάθε ΑΕΙ μπορεί να υποβάλει όσες προτάσεις επιθυμεί υπό την προϋπόθεση πως αυτές δεν ξεπερνούν το ποσό των 15 εκατομμυρίων ευρώ, συνολικά».
Επισημαίνω ξανά τη σημαντική λεπτομέρεια: Οι προτάσεις και οι εν λόγω προϋπολογισμοί αφορούσαν μόνο την προετοιμασία της κατάρτισης μεταπτυχιακών προγραμμάτων σε συνεργασία με ξένα πανεπιστήμια! Ηδη από το περιεχόμενο της προκήρυξης –στενό χρονικό περιθώριο, περιορισμένο φυσικό αντικείμενο, ευρύ, γενικό πλαίσιο προβλεπόμενων δαπανών, ελλιπέστατος προσδιορισμός προϋπολογιστικών ορίων ανά πρόταση– προκύπτουν σημαντικά ερωτήματα ως προς τη σκοπιμότητά της και την ανταπόκρισή της στους σκοπούς του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, καθώς και ως προς τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας και της χρηστής αξιοποίησης των κοινοτικών και εθνικών πόρων.
Την 1η Ιουλίου του 2025, το υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Θρησκευμάτων δημοσιοποιεί την τελική απόφαση με τις προτάσεις που θα χρηματοδοτηθούν (αριθμός πρωτοκόλλου 3977), καθιστώντας αυτονόητη την παράταση της χρονικής διάρκειας υλοποίησής τους. Σύμφωνα με αυτήν, εγκρίνονται 74 αιτήσεις συνολικού προϋπολογισμού σχεδόν 80 εκατ. ευρώ. Ακολουθούν άλλες 42, οι οποίες, αν και εγκεκριμένες, δεν επιλέγονται για χρηματοδότηση λόγω εξάντλησης της δημόσιας δαπάνης –υπάρχουν και άλλες 16 απορριφθείσες. Βεβαίως τα 80 εκατ. ευρώ είναι ήδη πολύ περισσότερα από τα 62 που αρχικώς προβλέπονταν στην προκήρυξη, οδηγώντας στο εύλογο ερώτημα πού και πώς τέθηκε το όριο της εξάντλησης, για το οποίο όμως θεωρώ ότι υπάρχει διαδικαστική απάντηση.
Κι ερχόμαστε στον πυρήνα του ζητήματος: Με δεδομένες τις ελλείψεις της προκήρυξης στις οποίες προαναφερθήκαμε, οι εγκεκριμένες προτάσεις κατάρτισης μεταπτυχιακών προγραμμάτων παρουσιάζουν μια δυσεξήγητα μεγάλη ανισότητα ως προς το ύψος των εγκεκριμένων προϋπολογισμών: Ο δείκτης Gini της κατανομής των χρηματοδοτήσεων ανέρχεται στο ιδιαιτέρως χαμηλό 0,52. Πιο αποκαλυπτικό είναι το εξής στοιχείο: Το ένα τρίτο των 74 εγκεκριμένων προτάσεων συγκεντρώνει μια χρηματοδότηση 60 εκατ. ευρώ, δηλαδή τα τρία τέταρτα της συνολικής δημόσιας δαπάνης!
Προκύπτει λοιπόν αβίαστα η απορία: Πώς δικαιολογείται στο πλαίσιο της ίδιας πρόσκλησης να εγκρίνονται έργα με προϋπολογισμό 100 και 200 χιλιάδων ευρώ και άλλα με προϋπολογισμούς έως και οκτώ εκατομμυρίων; Είναι μήπως λόγω του διαφορετικού αντικειμένου των προς κατάρτιση μεταπτυχιακών προγραμμάτων που απαιτούν τη διασφάλιση ειδικών εγκαταστάσεων; Μάλλον όχι, όταν, για παράδειγμα, μεταπτυχιακά σε σύγχρονα δομικά υλικά, τεχνητή νοημοσύνη και διαδίκτυο αντικειμένων (internet of things) ή νευραγγειακές νόσους θα ιδρυθούν με λιγότερο από 200 χιλιάδες έκαστο, ενώ την ίδια στιγμή η ανάπτυξη του προγράμματος για την Παγκόσμια Κίνα σε συνεργασία όμως με το Πανεπιστήμιο Columbia των ΗΠΑ (;) θα απαιτήσει σχεδόν τέσσερα εκατομμύρια. Σε κάθε περίπτωση, η προκλητική ανισοκατανομή, καθώς και οι δύσκολα δικαιολογούμενοι και απορροφήσιμοι επιμέρους προϋπολογισμοί για την κατάρτιση και μόνο μεταπτυχιακών προγραμμάτων, απαιτούν έλεγχο και απαντήσεις.
Το εν λόγω υποέργο του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, αν και αφορά έναν εύλογο και από αναπτυξιακής λογικής ουσιαστικό σκοπό, αυτόν της διεθνοποίησης των μεταπτυχιακών σπουδών και της έρευνας των ελληνικών πανεπιστημίων, κρίνω ότι αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση κακοδιαχείρισης έως και κατασπατάλησης κοινοτικών και εθνικών πόρων. Τη στιγμή που η ζημιά που προκλήθηκε σε βάρος των συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ενωσης αλλά και του ελληνικού Δημοσίου από τις δύο δικογραφίες του ΟΠΕΚΕΠΕ που οδηγήθηκαν στην Ευρωπαία εισαγγελέα ανέρχεται στα πέντε εκατομμύρια ευρώ, τα νούμερα των προηγουμένων παραγράφων χρήζουν της προσοχής και της ενδελεχούς διερεύνησης των αρμόδιων εθνικών και κοινοτικών αρχών.
Για την τιμή του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου, να ελεγχθεί η «τιμή» της διεθνοποίησης των μεταπτυχιακών μας!
*Καθηγητής Τμήματος Οικονομικών Επιστημών και μέλος Σ.Δ. ΑΠΘ, διευθυντής του Διεπιστημονικού Εργαστηρίου Παρευξείνιων και Μεσογειακών Μελετών (ΔΕΠΑΜΕΜ), μέλος της Παγκόσμιας Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών (WAAS) και πρόεδρος της Ενωσης Οικονομικών Πανεπιστημίων Νότιας, Ανατολικής Ευρώπης και Παρευξείνιας Ζώνης (ASECU)
