ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ g.manteniotis
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κάθε 1η Ιανουαρίου, με αφορμή την Ημέρα Κοινού Κτήματος, χιλιάδες έργα των οποίων έχει λήξει η προστασία πνευματικών δικαιωμάτων περνούν τυπικά στη σφαίρα του «κοινού». Τις εβδομάδες που ακολουθούν, μέσα από εκδηλώσεις και δημόσιες συζητήσεις διεθνώς, επανέρχεται ένα θεμελιώδες ερώτημα: Σε ποιον ανήκει, στην πράξη, το κοινό κτήμα – και ποιοι αποκλείονται από αυτό;

Θεωρητικά, η πολιτιστική κληρονομιά που δεν προστατεύεται πλέον από πνευματικά δικαιώματα θα έπρεπε να είναι ελεύθερα προσβάσιμη και επαναχρησιμοποιήσιμη από όλους. Στο ψηφιακό περιβάλλον, όμως, η πραγματικότητα συχνά διαψεύδει αυτή την υπόσχεση. Η πρόσβαση και η επανάχρηση περιορίζονται από σύνθετα νομικά και διοικητικά πλαίσια, από πολύπλοκες διαδικασίες αδειοδότησης και από πολιτικές που αντιμετωπίζουν το κοινό κτήμα περισσότερο ως πεδίο ελέγχου παρά ως συλλογικό αγαθό.

Οι συνέπειες αυτής της κατάστασης δεν είναι ουδέτερες. Εκπαιδευτικοί, φοιτητές, ανεξάρτητοι ερευνητές, ανερχόμενοι καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι και πολίτες χωρίς θεσμική ισχύ καλούνται συχνά να κινηθούν μέσα σε ένα σύνθετο καθεστώς κανόνων. Το αποτέλεσμα είναι μια σιωπηρή, αλλά υπαρκτή, άνιση κατανομή της πρόσβασης στη γνώση: το κοινό κτήμα παραμένει τυπικά κοινό, αλλά πρακτικά απρόσιτο για πολλούς.

Το ζήτημα αυτό αγγίζει τον πυρήνα των θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων. Το δικαίωμα πρόσβασης στον πολιτισμό, η ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα συμμετοχής στην πολιτιστική ζωή δεν μπορούν να ασκηθούν ουσιαστικά χωρίς πραγματική πρόσβαση στα πολιτιστικά κοινά. Οταν η επανάχρηση πολιτιστικού περιεχομένου καθίσταται προνόμιο όσων διαθέτουν χρόνο, χρήματα ή νομική υποστήριξη, τότε η ισότητα υπονομεύεται και η δημοκρατία της γνώσης αποδυναμώνεται.

Η διεθνής συζήτηση που εξελίσσεται σήμερα για τη διαμόρφωση μιας Σύστασης της UNESCO για την ανοικτή κληρονομιά επαναφέρει το ζήτημα σε αυτήν ακριβώς τη βάση: τη βάση των δικαιωμάτων. Υπό τον συντονισμό του οργανισμού Creative Commons, η πρωτοβουλία αυτή επιχειρεί να αναδείξει ότι η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν είναι ασύμβατη με την ανοικτή πρόσβαση. Αντιθέτως, μπορεί -και πρέπει- να συνυπάρχει με αυτήν, μέσα από ένα πιο διαφοροποιημένο και διαβαθμισμένο κανονιστικό πλαίσιο.

Η συζήτηση αυτή έχει πλέον μετακινηθεί πέρα από απλουστευτικά σχήματα «ανοικτού εξ ορισμού». Στη θέση τους αναδύεται μια αρχή διαβαθμισμένης ανοικτότητας: όσο ανοικτό είναι δυνατόν, όσο περιορισμένο είναι αναγκαίο, με κριτήριο όχι την ευκολία του ελέγχου, αλλά την προστασία των δικαιωμάτων, του δημόσιου συμφέροντος και της πολιτιστικής ακεραιότητας.

Η πρόκληση, συνεπώς, δεν είναι να αποδυναμωθεί η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, αλλά να επανανοηματοδοτηθεί ο ρόλος του κράτους και των δημόσιων φορέων. Οχι ως αποκλειστικών ελεγκτών της πρόσβασης, αλλά ως εγγυητών των πολιτιστικών δικαιωμάτων και της ισότιμης συμμετοχής στην πολιτιστική ζωή. Η προστασία και η ανοικτή πρόσβαση δεν αποτελούν αντίπαλες έννοιες· αποτελούν συμπληρωματικές όψεις μιας δημοκρατικής πολιτιστικής πολιτικής.

Στην ελληνική περίπτωση, το ισχύον πλαίσιο τείνει να εφαρμόζεται με τρόπο που επιβαρύνει δυσανάλογα όσους δεν διαθέτουν θεσμική πρόσβαση ή εξειδικευμένη νομική γνώση. Αυτό περιορίζει τη δυνατότητα κοινωνικής, εκπαιδευτικής και δημιουργικής αξιοποίησης του κοινού κτήματος και αναπαράγει ανισότητες πρόσβασης, ιδιαίτερα σε μια χώρα με έντονες γεωγραφικές ανισότητες και νησιωτικότητα.

Το γεγονός ότι οι σχετικές συζητήσεις εκτείνονται πέρα από την 1η Ιανουαρίου δεν είναι τυχαίο. Αντανακλά τη συνειδητοποίηση ότι το κοινό κτήμα δεν είναι απλώς μια νομική έννοια, αλλά πεδίο πολιτικής επιλογής. Η επιλογή ανάμεσα σε έναν πολιτισμό κλειστό, άνισο και ελεγχόμενο και σε έναν πολιτισμό προσβάσιμο, συμμετοχικό και δημοκρατικό παραμένει ανοικτή.

Σε αυτό το πλαίσιο, η δημόσια πρόσκληση για την υπογραφή της Δήλωσης για την Ανοικτή Κληρονομιά, που υποστηρίζεται από διεθνή συνασπισμό φορέων υπό τον συντονισμό του Creative Commons, δεν αποτελεί μια τεχνική ή ουδέτερη πράξη. Αποτελεί πολιτική τοποθέτηση υπέρ της ισότιμης πρόσβασης, του εκδημοκρατισμού και της ενίσχυσης των Το ερώτημα «σε ποιον ανήκει το κοινό κτήμα» δεν είναι ρητορικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Και η απάντηση σε αυτό καθορίζει όχι μόνο το μέλλον της πολιτιστικής κληρονομιάς, αλλά και το είδος της κοινωνίας που επιλέγουμε να οικοδομήσουμε.

*Υπεύθυνη Διαχείρισης Εργων στην Inter Alia, θεσμικό μέλος του Συνασπισμού Ανοικτής Κληρονομιάς, επικεφαλής του Κύκλου Συνηγορίας για την Ανοικτή Κληρονομιά στην Ελλάδα