ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ g.manteniotis
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα Χριστούγεννα του 1914 ήταν τόσο παράξενα, ώστε πολλοί νομίζουν ότι δεν συνέβησαν ποτέ. Οτι ήταν μόνο ένας ευσεβής πόθος που δεν είχε καμία σχέση με την πραγματικότητα.

Τον Δεκέμβριο του 1914 ο πόλεμος, που υποτίθεται ότι θα τελείωνε μέχρι τα Χριστούγεννα, ήταν πλέον φανερό ότι δεν θα τελείωνε σύντομα. Και τα δύο στρατόπεδα δεν πέτυχαν τη γρήγορη νίκη που ήθελαν. Το μέτωπο στη Φλάνδρα και στη βόρεια Γαλλία είχε σταθεροποιηθεί σε μια συνεχόμενη γραμμή χαρακωμάτων μήκους εκατοντάδων χιλιομέτρων. Η ζωή στα χαρακώματα, εφιαλτική. Νερό, λάσπη, αρουραίοι, ψείρες, υγρασία, κρύο και βέβαια, ο διαρκής κίνδυνος από οβίδες και ελεύθερους σκοπευτές. Η καθημερινότητα των στρατιωτών, μια μονότονη εναλλαγή αγωνίας και ανίας και ανάμεσα στα δύο ο θάνατος. Κι όμως, μέσα σε αυτή την κόλαση, υπήρχαν ακόμη κάποιες ρωγμές ανθρωπιάς.

Στους πιο ήσυχους τομείς του μετώπου, γεννιέται καμιά φορά μια άτυπη στάση που λέει ψιθυριστά «ζήσε και άσε τον άλλον να ζήσει». Σιωπηρές συμφωνίες να μην ανοίγεται πυρ σε ορισμένες ώρες της ημέρας, να αφήνεται ένα περιθώριο για τις απαραίτητες δουλειές των χαρακωμάτων, ακόμη και για να θάβουν οι δυο πλευρές τους νεκρούς τους.

Πολλοί Γερμανοί στρατιώτες μιλούσαν λίγα αγγλικά, αφού κάποιοι είχαν δουλέψει στην Αγγλία πριν από τον πόλεμο. Απηύθυναν πειράγματα και οι Αγγλοι απαντούσαν με κάτι γερμανικά της κακιάς ώρας. Ελάχιστα απείχε ο ένας από τον άλλο. Και ηλικιακά, το ίδιο. Ολοι παιδιά. Τόσο μικρή ήταν η μεταξύ τους απόσταση, ώστε, όταν επικρατούσε ησυχία, η μία πλευρά άκουγε την άλλη καθαρά. Ο «εχθρός» τότε αποκτούσε πρόσωπο. Θα μπορούσε αυτή η συνάντηση να γινόταν αλλού, σε ένα μπαρ, στη μια ή την άλλη πόλη. Να μοιραστούνε κοινές ανησυχίες, να μιλήσουν για τις γυναίκες τους, τα κορίτσια τους, να αστειευτούν ακόμη και στη γλώσσα της παντομίμας. Τώρα μοιράζονταν τον θάνατο που έστελνε ο ένας στον άλλον.

Στις αρχές Δεκεμβρίου 1914, ο Πάπας Βενέδικτος απηύθυνε δημόσια έκκληση για μια επίσημη χριστουγεννιάτικη ανακωχή. Οι κυβερνήσεις την απέρριψαν αμέσως. Ετσι, οποιαδήποτε χριστουγεννιάτικη παύση στις εχθροπραξίες θα έπρεπε να έρθει, αν ερχόταν, από τους ίδιους τους στρατιώτες των δύο πλευρών. Γι’ αυτό η ανακωχή του 1914 δεν άρχισε με μια διαταγή. Προέκυψε από τους απλούς στρατιώτες, σε πολλά διαφορετικά σημεία του μετώπου. Οχι σε όλα, αλλά σε αρκετά.

Εκείνα τα Χριστούγεννα, οι άντρες ένιωσαν μια παράξενη συγγένεια με τον «εχθρό» απέναντι. Η Νεκρή Ζώνη που τους χώριζε μπορούσε ίσως, έστω και για λίγο, να τους ενώσει. Ποθούσαν, αυτές τις άγιες ημέρες, που όλες οι ευρωπαϊκές κοινωνίες σέβονται ως κάτι ξεχωριστό και ιερό, να κατασιγάσουν τα πάθη και να γιορτάσουν τον ερχομό αυτού που κήρυσσε αγάπη και ειρήνη.

Το βράδυ της Παραμονής, σε διάφορα σημεία της γραμμής του μετώπου, στρατιώτες της μιας και μετά της άλλης πλευράς άρχισαν να τραγουδούν τα γνωστά κάλαντα. Κυρίως την Αγια Νύχτα («Stille Nacht» / «Silent Night»). Απόρησαν. Η μελωδία ήταν ίδια. Τραγουδούσαν τον ίδιο ύμνο. Η μελωδία των παιδικών Χριστουγέννων όλων – απλώς με διαφορετικά λόγια. Οι Γερμανοί τραγουδούσαν, οι Βρετανοί απαντούσαν. Οι Βρετανοί τραγουδούσαν, οι Γερμανοί απαντούσαν. Εστω για μια στιγμή, η ιδέα ότι απέναντι βρίσκονται «τέρατα» και «βάρβαροι» κατέρρευσε.

Σε ένα ημερολόγιο, ένας Γερμανός υπολοχαγός περιγράφει πώς εκείνη τη νύχτα σταμάτησαν τα πυρά, πώς κάποιοι Γερμανοί σφύριξαν με τα δάχτυλα, πώς οι Αγγλοι τούς απάντησαν με τον ίδιο τρόπο, πώς άναψαν κεριά στα χαρακώματα και πώς τραγούδησαν εναλλάξ γερμανικά και αγγλικά τραγούδια. «Την άλλη μέρα», γράφει, «βγήκαμε στη Νεκρή Ζώνη, ανταλλάξαμε διευθύνσεις για να αλληλογραφήσουμε μετά τον πόλεμο». Καταπληκτική στιγμή! Οι Αγγλοι έφεραν και μια μπάλα ποδοσφαίρου μαζί τους. «Ακολούθησε ένα ζωηρό παιχνίδι». Αυτό που κάνει εντύπωση στον Γερμανό αξιωματικό του ημερολογίου είναι «το απίστευτο και θαυμαστό θέαμα ανθρώπων που χθες αλληλοπυροβολούνταν και σήμερα κυνηγούν, σαν παιδιά, μια μπάλα πάνω στο χιόνι».

Ηταν τέτοια η αναστάτωση των επιτελείων από αυτό το αυθόρμητο σταμάτημα του πολέμου, ώστε την επόμενη χρονιά, Χριστούγεννα του 1915, όλες ανεξαιρέτως οι στρατιωτικές διοικήσεις εξέδωσαν διαταγές ώστε να μην επαναληφθεί το φαινόμενο του 1914. Εξάλλου, έναν χρόνο μετά, όλα θα ήταν πιο άγρια. Ο χημικός πόλεμος είχε ξεκινήσει και εξαπλωθεί, οι απώλειες είχαν πολλαπλασιαστεί, το μίσος είχε θεριέψει χωρίς επιστροφή. Οι στρατιώτες σιγά σιγά θα έπαυαν να θεωρούν τους αντιπάλους τους ως ανθρώπους, ακόμη και την ημέρα των Χριστουγέννων. Το δηλητήριο των χημικών στα σώματα δεν ήταν τίποτα μπροστά στο δηλητήριο του μίσους στις ψυχές.

Η Χριστουγεννιάτικη Ανακωχή του 1914 δεν άλλαξε την πορεία του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Αφησε, όμως, πίσω της αδιάψευστη μια ζωντανή μαρτυρία για το ότι, ακόμη και στο απόλυτο σκοτάδι ενός ανελέητου αλληλοσκοτωμού, η φλόγα της ανθρωπιάς μπορεί να παραμένει άσβεστη για να φωτίζει την τελευταία ελπίδα για την ειρήνη.