Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Έτσι χτίζουμε το σχολείο του αύριο. Από σήμερα». Με αυτή τη φράση έκλεισε η χθεσινή ανάρτηση της Σοφίας Ζαχαράκη στο fb, για τα εγκαίνια του πρώτου Κέντρου Καινοτομίας στην Υπάτη.

Η εικόνα είναι ελκυστική και επικοινωνιακά άρτια: σύγχρονοι χώροι, ρομποτική, επαυξημένη πραγματικότητα, 3D printers, παιδιά που πειραματίζονται και δημιουργούν. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι αν το εγχείρημα εντυπωσιάζει. Είναι αν αντέχει στον χρόνο και αν μπορεί να αλλάξει, ουσιαστικά προς το καλύτερο, κάτι στο δημόσιο σχολείο.

Τα Κέντρα Καινοτομίας είναι μια πολιτική επιλογή της κυβέρνησης ενταγμένη στο Ταμείο Ανάκαμψης, με σαφή χρηματοδοτικό και χρονικό ορίζοντα: ξεκίνησε το 2023 και ολοκληρώνεται την άνοιξη του 2026. Πρόκειται, δηλαδή, για χρηματοδότηση έκτακτου χαρακτήρα και περιορισμένης διάρκειας. Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει δημόσια και καθαρή απάντηση για το τι θα συμβεί μετά: ποιος θα χρηματοδοτεί τη λειτουργία των Κέντρων, ποιος θα συντηρεί τον ακριβό τεχνολογικό εξοπλισμό, ποιος θα καλύπτει την ανανέωση λογισμικών και –το πιο κρίσιμο– ποιος θα εγγυάται σταθερό ανθρώπινο δυναμικό.

Η ίδια η υπουργική απόφαση/ρύθμιση επισημαίνει ότι η λειτουργία των Κέντρων δεν επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό. Με απλά λόγια, το κράτος δεν τα έχει ενσωματώσει ως μόνιμο θεσμό της δημόσιας εκπαίδευσης, αλλά τα αντιμετωπίζει ως έργο με ημερομηνία λήξης.

Αυτή η επιλογή δεν μπορεί να διαβαστεί έξω από την εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών. Η ελληνική εκπαίδευση έχει πικρή εμπειρία από έργα που λάμπουν όσο διαρκεί η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και ξεθωριάζουν μόλις αυτή τελειώσει. Το είδαμε με εργαστήρια πληροφορικής που εξοπλίστηκαν με κονδύλια ΕΣΠΑ αλλά έμειναν χωρίς συντήρηση και τεχνική υποστήριξη. Με διαδραστικούς πίνακες που εγκαταστάθηκαν χωρίς ουσιαστική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και χωρίς πρόβλεψη για αναβάθμιση λογισμικού. Με «ψηφιακά σχολεία» και επιμορφωτικά προγράμματα που λειτούργησαν όσο υπήρχε χρηματοδότηση και χάθηκαν μόλις αυτή έληξε, χωρίς να ενσωματωθούν μόνιμα στη σχολική ζωή. Αυτή ακριβώς η εμπειρία καθιστά το ερώτημα για τα Κέντρα Καινοτομίας απολύτως κρίσιμο: τι θα συμβεί όταν τελειώσει το Ταμείο Ανάκαμψης το 2026; Ποιος θα εγγυηθεί τη λειτουργία τους, τη συντήρηση του εξοπλισμού και –κυρίως– τη σταθερή παιδαγωγική τους παρουσία;

Το δεύτερο ερώτημα αφορά τη συνολική εκπαιδευτική τους συνεισφορά. Τα Κέντρα Καινοτομίας δεν είναι σχολεία και δεν εντάσσονται στο καθημερινό ωρολόγιο πρόγραμμα. Δεν λειτουργούν μέσα στις σχολικές μονάδες και δεν αλλάζουν άμεσα την τάξη όπως τη βιώνουν οι μαθητές και οι μαθήτριες κάθε μέρα. Είναι δομές επισκέψεων. Αυτό σημαίνει ότι, από τη φύση τους, μπορούν να αγγίξουν μόνο ένα περιορισμένο μέρος του μαθητικού πληθυσμού και μάλιστα με άνισους όρους. Όσα σχολεία βρίσκονται κοντά και όσα μπορούν να μετακινηθούν ευκολότερα έχουν εκ των πραγμάτων μεγαλύτερη πρόσβαση.

Η ύπαρξη καταφυγίου φιλοξενίας στην Υπάτη αναδεικνύει ότι η πρόσβαση προϋποθέτει μετακίνηση και διαμονή, οι οποίες εξασφαλίζονται χάρη στη συμβολή του Δήμου Λαμιέων και τοπικών συλλογικών φορέων, και όχι μέσω ενός ενιαίου κρατικού σχεδιασμού που να εγγυάται ίσους όρους πρόσβασης για όλα τα σχολεία. Άρα η πρόσβαση στα Κέντρα δεν είναι ούτε αυτονόητη ούτε καθολική.

Τα όρια του εγχειρήματος φαίνονται καθαρά και στη στελέχωση. Κάθε Κέντρο Καινοτομίας λειτουργεί με μόλις τρεις εκπαιδευτικούς για ολόκληρη Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης. Οι ίδιοι άνθρωποι καλούνται να οργανώνουν επισκέψεις μαθητών, να υλοποιούν προγράμματα, να επιμορφώνουν εκπαιδευτικούς, να παράγουν υλικό, να αναπτύσσουν συνεργασίες και να καλύπτουν διοικητικές ανάγκες. Το πρόβλημα εδώ δεν είναι η επάρκεια ή η διάθεση των εκπαιδευτικών, αλλά τα όρια της πραγματικότητας. Με τόσο περιορισμένο ανθρώπινο δυναμικό, η καινοτομία δεν μπορεί παρά να είναι αποσπασματική και άνισα κατανεμημένη.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο οξύ αν ληφθεί υπόψη και το ύψος του κόστους. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία ο συνολικός προϋπολογισμός για τα Κέντρα Καινοτομίας είναι περίπου 5,57 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για ένα σημαντικό ποσό και προκύπτει το ερώτημα αν κατανέμεται με τρόπο που να αποδίδει εκπαιδευτικό όφελος για το σύνολο του μαθητικού πληθυσμού.

Με τα χρήματα αυτά θα μπορούσαν να ενισχυθούν εκατοντάδες σχολικές μονάδες με βασικό εξοπλισμό, να χρηματοδοτηθούν θέσεις εκπαιδευτικών ή να στηριχθεί ουσιαστικά η επιμόρφωση χιλιάδων εκπαιδευτικών μέσα στα σχολεία τους — δράσεις απολύτως επιλέξιμες και δοκιμασμένες στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ, με άμεσο και μετρήσιμο αποτύπωμα στη σχολική καθημερινότητα. Η επιλογή να κατευθυνθούν δημόσιοι και ευρωπαϊκοί πόροι σε λίγες κεντρικές δομές, με έντονο επικοινωνιακό συμβολισμό και περιορισμένη πρόσβαση, δεν είναι ουδέτερη. Αποκαλύπτει τις προτεραιότητες της κυβέρνησης στη διαχείριση της δημόσιας εκπαίδευσης.

Την ώρα που επενδύονται εκατομμύρια ευρώ στα 13 Κέντρα Καινοτομίας, χιλιάδες σχολικά τμήματα λειτουργούν με ανώτατο όριο 25 μαθητές, με σοβαρά κενά σε βασικές ειδικότητες, με ελλιπή παράλληλη στήριξη και με υποδομές που δεν καλύπτουν στοιχειώδεις ανάγκες. Πολλοί μαθητές και μαθήτριες δυσκολεύονται ακόμη στα βασικά – στον γραπτό λόγο, στα μαθηματικά, στη συγκέντρωση. Χιλιάδες εκπαιδευτικοί ζητούν ουσιαστική επιμόρφωση και στήριξη μέσα στο σχολείο τους, όχι περιορισμένη και αποσπασματική εμπλοκή σε δομές εκτός της σχολικής καθημερινότητας.

Η διεθνής εμπειρία από χώρες με πιο ανεπτυγμένα εκπαιδευτικά συστήματα δείχνει μια διαφορετική στρατηγική.

Στη Σκανδιναβία, στη Γαλλία και στη Γερμανία πράγματι υπάρχουν δομές που θυμίζουν εργαστήρια καινοτομίας ή μαθητικά εργαστήρια. Όμως, στις περισσότερες περιπτώσεις, η καινοτομία δεν οργανώνεται ως λίγα κεντρικά σημεία επίσκεψης, αλλά απλώνεται μέσα από ένα πυκνό πλέγμα τοπικών δομών και συνεργασιών, κατανεμημένων σε σχολεία, πανεπιστήμια και εκπαιδευτικούς φορείς.

Στη Φινλανδία και στη Δανία, η χρήση ψηφιακών εργαλείων και κατασκευών αποτελεί μέρος του αναλυτικού προγράμματος και της καθημερινής διδασκαλίας.

Στη Γαλλία, η τεχνολογία εντάσσεται στο μάθημα και συνοδεύεται από συστηματική επένδυση στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών.

Στη Γερμανία, τα εξωσχολικά μαθητικά εργαστήρια δεν συγκεντρώνονται σε λίγα κεντρικά κτίρια, αλλά λειτουργούν μέσα από πολλά σημεία, συνδεδεμένα με πανεπιστήμια και τοπικούς φορείς, ώστε να εξυπηρετούν σταθερά και ευρύτερα τον μαθητικό πληθυσμό. Το κοινό στοιχείο αυτών των χωρών δεν είναι ο εντυπωσιακός εξοπλισμός, αλλά η επιλογή να επενδύσουν πρώτα στο σχολείο και στον εκπαιδευτικό.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν τα Κέντρα Καινοτομίας είναι «καλή ιδέα» στα χαρτιά. Είναι αν λειτουργούν συμπληρωματικά σε μια ισχυρή δημόσια εκπαίδευση ή αν επιχειρούν να καλύψουν επικοινωνιακά τις μεγάλες δομικές της αδυναμίες, για τις οποίες όχι μόνο αδιαφορεί η κυβέρνηση αλλά τις οξύνει κιόλας. 

*Εκπαιδευτικός, στατιστικός