Οικονομολόγοι, κοινωνιολόγοι και πολιτικοί συμφωνούν ότι η αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και των προβλημάτων που προκαλεί συναρτάται με το πρόβλημα της ανάπτυξης. Και δεν υπάρχει κανείς που να μην αναγνωρίζει τον αποφασιστικό ρόλο της παιδείας (και της έρευνας) στην ανάπτυξη.
Μέσα από αυτή την οπτική θα πρέπει να δει κανείς τον διπλό ρόλο της παιδείας
- α) ως αναγκαίου και κρίσιμου, έως αποφασιστικού, συντελεστή (μαζί με την έρευνα) της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας και
- β) ως βασικού, έως αποφασιστικού συντελεστή μορφωτικής αναβάθμισης της κοινωνίας και αναμόρφωσης της εθνικής πολιτιστικής της ταυτότητας.
Σε μια προσπάθεια να προσδιοριστούν το περιεχόμενο και ο ρόλος της παιδείας στην κάλυψη αυτού του διπλού ρόλου της, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η οικονομική ανάπτυξη αποτελεί αναγκαίο όρο «κανονικής» λειτουργίας της σύγχρονα οργανωμένης κοινωνίας ως πολιτισμικής οντότητας, με τα διακριτά εθνικά χαρακτηριστικά της, στο πλαίσιο ενός παγκοσμιοποιημένου πολυπολιτισμικού κόσμου, η οικονομία του οποίου λειτουργεί σύμφωνα με τους νόμους της καπιταλιστικής αγοράς.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η δυσκολία συνδυασμού αυτών των συντελεστών στην εκπόνηση και την εφαρμογή μιας αριστερής εκπαιδευτικής πολιτικής (και είναι αυτό που εδώ μας ενδιαφέρει) έχει να κάνει με τον ιστορικό ρόλο της Αριστεράς.
Η Αριστερά υπάρχει για να δρομολογήσει και να ηγηθεί της ιστορικής διαδικασίας σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας. Αυτός είναι ο λόγος ύπαρξής της ως πολιτικά οργανωμένης δύναμης, με μια κουλτούρα σκέψης που εκφράζει και υπηρετεί αυτόν τον ιστορικό ρόλο της.
Θεωρητικά και πρακτικά η δυσκολία αυτού του κοινωνικοϊστορικού εγχειρήματος εμφανίζεται επαυξημένη για την Αριστερά που έχει επιλέξει τον κοινοβουλευτικό δημοκρατικό δρόμο μετάβασης στον σοσιαλισμό. Αυτή η Αριστερά θα πρέπει να διαχειριστεί πολιτικά μια ιστορική διαδικασία με πολλές φάσεις, που –στην καλύτερη μάλλον περίπτωση– καθεμία από αυτές μπορεί να καλύψει μια γενιά.
Στο πρώτο στάδιο αυτής της διαδικασίας η εκπαιδευτική πολιτική της αναπόφευκτα θα πρέπει να καλύπτει τις ανάγκες της οικονομίας που λειτουργεί με τους νόμους και τους όρους του καπιταλισμού, με τους όρους της καπιταλιστικής αγοράς.
Σ’ αυτό το πρώτο στάδιο οι ανάγκες της εμπορευματοποιημένης παραγωγής, οι ανάγκες της οικονομίας της αγοράς καθορίζουν σε αποφασιστικό βαθμό το πρώτο σκέλος του δίπολου που οφείλει να υπηρετεί η «αριστερή» εκπαιδευτική πολιτική, η ίδια η παιδεία-εκπαίδευση, η οποία οφείλει να καταρτίζει ανθρώπους που μπορούν να ανταποκριθούν σ’ αυτές τις ανάγκες.
Την καλή (παραγωγικά λειτουργική) κατάρτιση τη ζητούν και οι άνθρωποι που επιλέγουν να φοιτήσουν στις ανώτερες βαθμίδες της εκπαίδευσης όχι μόνο για λόγους που έχουν να κάνουν με την εξασφάλιση των όρων μιας οικονομικά αξιοπρεπούς ζωής, αλλά ακόμα και για λόγους κοινωνικής καταξίωσης, που συνδέονται και με τα όνειρά τους για τη ζωή και για την κοινωνική τους αναγνωρισιμότητα. Παιδεία που δεν παρέχει αυτή τη γνώση είναι μια παιδεία η οποία αδυνατεί να λειτουργήσει κοινωνικά.
Αυτό αφορά το πρώτο σκέλος λειτουργίας της παιδείας, δηλαδή την κάλυψη των αναγκών της παραγωγής, των αναγκών της οικονομίας και της κοινωνίας σε εργατικό δυναμικό. Δεν αφορά τη λειτουργία της ως φορέα και πυλώνα πολιτισμού. Το σκέλος αυτό λειτουργίας της έχει περιθώρια σχετικής αυτονομίας, που η αριστερή εκπαιδευτική πολιτική μπορεί να διευρύνει, καλύπτοντας ένα ευρύ φάσμα αναγκών με προοδευτικό πρόσημο.
Η αριστερή εκπαιδευτική πολιτική και η ίδια η εκπαίδευση μπορεί να εκφράσει και να καλύψει ένα μεγάλο φάσμα αναγκών που έχουν να κάνουν με την πολιτιστική αναβάθμιση του λαού, της κοινωνίας. Από αυτή την άποψη ο τομέας των ανθρωπιστικών σπουδών μπορεί να διεκδικήσει μεγάλα περιθώρια αυτονομίας.
Ωστόσο, η ανάπτυξη αυτού του σκέλους δεν μπορεί να είναι αδιάφορη για τον ρόλο της παιδείας ως αποφασιστικού συντελεστή στην κάλυψη των αναγκών της οικονομίας και της κοινωνίας σε ειδικευμένο και καλά καταρτισμένο εργατικό δυναμικό. Θα πρέπει να υπάρξει ένας συνδυασμός των δύο ρόλων της εκπαίδευσης.
Αυτό μπορεί να γίνει μόνο εφόσον στη βάση μιας δημιουργικής συνεργασίας των δύο πόλων υπάρχει μια στρατηγική της κοινωνικής προόδου. Η εφαρμογή μιας τέτοιας στρατηγικής από τη «φύση» της περικλείει το στοιχείο υπέρβασης της αστικής εκπαιδευτικής πολιτικής, μαζί και του χαρακτήρα της αναπτυξιακής πολιτικής της. Αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι η σύγχρονη αστική τάξη έχει πάψει πλέον να είναι συντελεστής κοινωνικής προόδου. (1)
Βέβαια, κοινωνική πρόοδος χωρίς οικονομική ανάπτυξη είναι αδύνατη και αδιανόητη. Μιλούμε για την ανάπτυξη μιας οικονομίας (και μιας παραγωγής) που λειτουργεί με τους νόμους και τους όρους της αγοράς. Επομένως και μιας εκπαίδευσης (και έρευνας) που εκφράζει αυτές τις ανάγκες και ανταποκρίνεται σ’ αυτές τις ανάγκες. Καταρτίζει ανθρώπους που μπορούν να εργαστούν με τους νόμους και τους κανόνες της εμπορευματικής παραγωγής, με τους νόμους και τους κανόνες της οικονομίας της αγοράς.
Η άποψη ότι στον καπιταλισμό μπορεί να υπάρξει μια «οικονομία των αναγκών» στην οποία υποτάσσεται η αγορά είναι ανυπόστατη. Στον καπιταλισμό δεν υπάρχουν κοινωνικές ανάγκες που να μην επηρεάζονται, άμεσα ή έμμεσα, περισσότερο ή λιγότερο, από την οικονομία της αγοράς. Και δεν μπορεί να υπάρξει παιδεία (εκπαίδευση) που να μπορεί να λειτουργήσει ως αυτόνομη δομή, ανεξάρτητη από την οικονομία της αγοράς. Είναι, λοιπόν, ασύμβατες μεταξύ τους, για την Αριστερά, οι έννοιες παιδεία και αγορά;
(1) Βλέπε το βιβλίο μου «Είναι ο καπιταλισμός συμβατός με την ηθική;», στο κεφάλαιο «Κεφάλαιο και κοινωνική πρόοδος», εκδόσεις Νήσος και Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, 2014.
* ομότιμoς καθηγητής Πανεπιστημίου
