ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αθηνά Κουφοπάνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μεγάλη συζήτηση έχει ξεσπάσει διεθνώς γύρω από το μοντέλο φορολογίας που προτείνει ο Γάλλος οικονομολόγος Γκαμπριέλ Ζουκμάν, αλλά και γενικά με τη φορολόγηση των υπερπλουσίων (βλ. Μαμντάνι). Τι είναι όμως ο φόρος Ζουκμάν και γιατί είναι απαραίτητο να εφαρμοστεί και στην Ελλάδα;

Είναι ένας φόρος με προοδευτική κλίμακα φορολογίας, ο οποίος ορίζει μια ελάχιστη ετήσια φορολόγηση της τάξεως του 2%-3% επί της καθαρής αξίας της περιουσίας σε περιουσίες άνω των 100 εκατομμυρίων. Ακόμη, παρουσιάστηκε ως φόρος ο οποίος είναι αναγκαίο να υιοθετηθεί παγκοσμίως για να μειωθεί η φοροαποφυγή (φορολογικοί παράδεισοι) και να συγκεντρωθεί το απαραίτητο ποσό για τη θωράκιση του πλανήτη από την κλιματική κρίση. Επίσης, θα μπορούσε να συμβάλει υπό όρους σε μια αντίθετη πορεία από αυτή της υπερσυγκέντρωσης πλούτου στο πλουσιότερο 1% των οικονομιών. Στην Ελλάδα είναι μερικές δεκάδες οι άνθρωποι που κατέχουν πάνω από 100 εκατομμύρια, γι’ αυτό θα ήταν χρήσιμο να εφαρμοστεί με ένα πολύ χαμηλό ποσοστό, 0,1%, σε περιουσίες άνω του 1 εκατ. και να κλιμακώνεται έως το 2%.

Μια τέτοια πολιτική έχει αποδειχθεί στο παρελθόν σε χώρες όπου εφαρμόστηκε (Ελβετία, Νορβηγία, Γαλλία) ότι όχι μόνο πέτυχε αλλά συνέβαλε στην πιο εύρυθμη λειτουργία της δημοκρατίας και στην ανθεκτικότητα των οικονομιών. Αυτό προκύπτει διότι δημιουργεί αίσθημα δικαιοσύνης στην κοινωνία. Η οικονομία δεν λειτουργεί σε κενό χρόνου και τόπου, αλλά σε αλληλεξάρτηση με την κοινωνία, καθώς χωρίς κοινωνική συνοχή δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη. Επιπλέον, για λόγους εθνικής σημασίας είναι απαραίτητο να εφαρμοστεί όχι μόνο σε όσους έχουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα, αλλά και σε όσους δραστηριοποιούνται οικονομικά σε αυτήν. Ενδεικτικά αναφέρω τα αποτελέσματα της Golden Visa, με την οποία, πλέον, μεγάλο μέρος της πρωτεύουσας και των νησιών ανήκει σε ξένους οικονομικούς ομίλους, και παράλληλα την ανοδική τάση αγοράς εκτάσεων και ακινήτων στην Κύπρο από ισραηλινούς ομίλους. Είναι όμως τόσο εύκολο όσο φαίνεται να φορολογήσει ένα κράτος τους υπερπλουσίους;

Η απάντηση είναι αρνητική και απαιτεί πολιτική βούληση για να εφαρμοστεί, καθώς η Ελλάδα δεν έχει σύγχρονους θεσμούς και επαρκή δεδομένα για την υλοποίησή του. Γι’ αυτό ένας φόρος περιουσίας μπορεί να αποτελέσει μέρος ενός ευρύτερου πλέγματος μεταρρυθμίσεων για τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας (π.χ. παραγωγική ανασυγκρότηση, αύξηση του φόρου μερισμάτων, προοδευτική κλίμακα φορολογίας στα εισοδήματα).

Υπάρχουν αρκετοί κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας όπως η ναυτιλία, τα άυλα χρηματοοικονομικά στοιχεία, οι μετοχές-χρηματιστήριο κτλ., στους οποίους είτε υπάρχουν δυσκολίες στην αποτίμηση της αξίας, είτε αυτοί ανήκουν σε offshore εταιρείες. Γι’ αυτό καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή του φόρου παγκοσμίως ή αλλιώς η διεθνής συνεργασία της Ελλάδας μέσω του CRS. Σε κάθε περίπτωση η ελληνική πολιτεία οφείλει να δώσει κίνητρα για τη φορολόγηση των περιουσιών και αυστηρές ποινές σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Πέρα από θεσμικές αλλαγές, όπως ο εκσυγχρονισμός της ΑΑΔΕ, το μητρώο περιουσίας κτλ., το ελληνικό κράτος μπορεί να αξιοποιήσει μοντέλα που έχουν εφαρμοστεί ήδη στο εξωτερικό – και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε αυτό της Νορβηγίας.

Θα είναι τόσο μεγάλα τα οφέλη αν εφαρμοστεί; Μέχρι στιγμής οι εκτιμήσεις κυμαίνονται μεταξύ των 700 εκατ. και των 2 δισ., όμως η ουσία κρύβεται στα αποτελέσματα της έρευνας του Tax Justice Network, η οποία αποδεικνύει ότι ο ακραίος πλούτος οδηγεί σε επισφαλείς οικονομίες και αυτό με τη σειρά του σε χαμηλή παραγωγικότητα. Σε αυτή τη συγκυρία η Ελλάδα χρειάζεται ένα σοκ παραγωγικότητας με ποιοτικά χαρακτηριστικά, θέτοντας στο επίκεντρό του τις νέες τεχνολογίες, τη νέα γενιά και την εργασία.

Ετσι, δίνονται ουσιαστικές ευκαιρίες επίλυσης χρόνιων προβλημάτων όπως το brain drain, το δημογραφικό, η υπερσυγκέντρωση του πληθυσμού στα αστικά κέντρα, η έλλειψη υποδομών και οι επισφαλείς συνθήκες εργασίας.

* Φοιτητής Οικονομικής Επιστήμης ΟΠΑ