Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τίποτα δεν είναι πιο ψευδές από τις ιδέες πως «τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους». Οι ιδέες αυτές που μας κατακλύζουν πάλι σήμερα με αφορμή τις κινητοποιήσεις των αγροτών και των κτηνοτρόφων και οι σχολιασμοί των μισθοσυντήρητων αναλυτών που συναντιούνται σε συγκεκριμένη ώρα για να συζητήσουν τις αιτίες και το μέλλον εκείνων αφήνουν ανεξέταστο το ουσιαστικό. Ποιο είναι αυτό; Το γεγονός πως οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι βιώνουν, σε διαφοροποιημένη μορφή και ένταση ανάλογα με την κλίμακα της εμπορεύσιμης παραγωγής τους και τη δυναμική της κοινωνικής τους τροχιάς, μια διπλή, βαθιά κρίση αναπαραγωγής, οικονομική και κοινωνική.

Από τη μια μεριά, η ενοποίηση του παγκόσμιου οικονομικού πεδίου από την επιβολή της απόλυτης κυριαρχίας της ελεύθερης συναλλαγής, της ελεύθερη διακίνησης του κεφαλαίου και της προσανατολισμένης προς τις εξαγωγές ανάπτυξης τους ρίχνει σ’ ένα οικονομικό παιχνίδι για το οποίο δεν είναι προετοιμασμένοι και εξοπλισμένοι, πολιτιστικά και οικονομικά. Την ίδια στιγμή αυτή η «παγκοσμιοποίηση» τείνει να τους ευθυγραμμίσει με το κανονιστικό πρότυπο που επιβάλλει αντικειμενικά ο ανταγωνισμός των παραγωγικών δυνάμεων και των αποδοτικότερων τρόπων παραγωγής. Ετσι, εδώ και καιρό οι Ελληνες αγρότες και κτηνοτρόφοι ζουν τις επιπτώσεις του γνωστού καθολικού γεγονότος πως κάθε ενοποίηση ωφελεί τους κυρίαρχους – των οποίων το μέγεθος της διαφοράς συνιστά κεφάλαιο μόνο και μόνο μέσω της απλής συσχέτισής τους με τους υπολοίπους. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι του ελληνικού πρωτογενούς τομέα βιώνουν στο πετσί τους πως η τυπική ισότητα μέσα σ’ ένα πλαίσιο πραγματικής ανισότητας είναι ευνοϊκή για τους κυρίαρχους· πως, ειδικότερα, οι ντιρεκτίβες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου σχετικά με τις πολιτικές ανταγωνισμού και δημόσιας εγχώριας αγοράς έχουν ως αποτέλεσμα, καθιερώνοντας έναν ανταγωνισμό «επί ίσοις όροις» μεταξύ των μεγάλων πολυεθνικών και αυτών, ως μικρών εθνικών παραγωγών, να επιφέρουν τη μαζική εξαφάνισή τους. Είναι γνωστό πως οι κυρίαρχες σήμερα οικονομικές δυνάμεις είναι σε θέση να εκμεταλλεύονται προς όφελός τους το (διεθνές) δίκαιο και τους μεγάλους διεθνείς οργανισμούς οι οποίοι, παραδομένοι στη δράση των λόμπι, ελέγχουν με αθέατο τρόπο τις εθνικές κυβερνήσεις και περιορίζουν την αρμοδιότητά τους στη διαχείριση κάποιων δευτερευόντων ζητημάτων, κυρίως στο πεδίο της επιχορήγησης.

Από την άλλη μεριά, οι περισσότερες αγροτικές και κτηνοτροφικές οικογένειες αγωνίζονται να βρουν διάδοχο ανάμεσα στα παιδιά τους. Δεν αρκεί να έχεις μια περιουσία για να τη μεταβιβάσεις στην επόμενη γενιά. Πρέπει και οι πιθανοί κληρονόμοι να θέλουν να την αποδεχτούν, να έχουν κοινωνικοποιηθεί με αυτή την προοπτική. Και αυτές οι προϋποθέσεις τείνουν να εκλείψουν. Η σημερινή ελληνική αγροτική και κτηνοτροφική οικογένεια αντιμετωπίζει την εξαιρετικά δυσχερή αναπαραγωγή της πίστης στην αξία της ομάδας τους και στο μέλλον της εξαιτίας μιας σειράς μετασχηματισμών (εντατικοποίηση και ριζοσπαστικοποίηση των μορφών επικοινωνίας με άλλα τμήματα, εθνικού και διεθνούς πληθυσμού, εκσυγχρονισμός της εκμηχάνισης της παραγωγής, ασυντόνιστες κρατικές γεωργικο-κτηνοτροφικές πολιτικές, διεύρυνση της αντίθεσης μεταξύ παραδοσιακών και εκσυγχρονιστών γεωργών, επέκταση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, κ.ά.). Μετασχηματισμοί που οδήγησαν, κατά τη μακρά διάρκεια της ενοποίησης των εθνικών οικονομικών, γαμήλιων και σχολικών αγορών, σε μια ριζική αλλαγή του τρόπου με τον οποίο οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι βλέπουν τον εαυτό τους· τρόπος που επηρεάζεται ολοένα και περισσότερο από αυτόν άλλων κοινωνικών ομάδων. Κοντολογίς, η κατάσταση των αγροτών και των κτηνοτρόφων μπορεί να συγκριθεί με εκείνη των εθνών που, μην έχοντας μέλλον, ενθαρρύνουν απελπισμένα (ή ωθούν βάναυσα) τους πολίτες τους να μεταναστεύσουν, να φύγουν από έναν τόπο του οποίου τα άτομα, οι χώροι και οι τρόποι μετατρέπονται σταδιακά σε λαογραφικο-μουσειακά αντικείμενα και τουριστικές ατραξιόν.

Υπάρχει ακόμα μία βασική διάσταση του ίδιου ανεξέταστου ζητήματος. Κυριαρχούμενοι, οικονομικά, πολιτισμικά και συμβολικά, σε τέτοιο βαθμό ώστε να στερούνται την εξουσία να ορίζουν τη δική τους ταυτότητα, οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι όταν επιχειρούν να σχηματίσουν τη δική τους υποκειμενικότητα, να μιλήσουν για αυτό που είναι και κάνουν, το κάνουν με τον τρόπο που μιλούν οι άλλοι για αυτούς. Η ειδική αυτή μορφή κυριαρχίας που υφίστανται, θεμελιώδης παράγοντας της αλλοτρίωσής τους, τους οδηγεί στην αποστέρηση των μέσων ιδιοποίησης του νοήματος και των κερδών της εξέγερσής τους. Πράγματι, το περιορισμένο πλαίσιο των κοινωνικών σχέσεων και του πολιτισμικού ορίζοντα, οι άτυπες μορφές οργάνωσης και συλλογικής πειθαρχίας, οι απαιτήσεις της ατομικής πάλης ενάντια στη φύση και του ανταγωνισμού για την εδαφική κατοχή, και ένα σωρό άλλα χαρακτηριστικά των συνθηκών τους ύπαρξής τους, τους προδιαθέτουν σ’ ένα είδος άναρχου ατομικισμού ο οποίος, με τη σειρά του, τους καθιστά αδύναμους να σκέπτονται τους εαυτούς τους ως μέλη μιας ομάδας ικανής να επιφέρει μια συστηματική μεταμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων. Γι’ αυτό, ακόμη και όταν παίζουν τον ρόλο, όπως σήμερα, μιας σοβαρής δύναμης ανατροπής και υποστήριξης ενός ολόκληρου πολιτισμού που συνδέεται με τη διαιώνιση του Δημοσίου και των λειτουργιών του, της δημοκρατικής ισότητας του δικαιώματος στην εργασία, έχουν πιθανότητες να εμφανιστούν, αργά ή γρήγορα, ως αντιδραστικοί, εξαιτίας της αδυναμίας να επιβληθούν ως δύναμη αλλαγής.

* Καθ. Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών