Δεν είμαι σε θέση να κρίνω το βιβλίο του Αλέξη Τσίπρα, ειδικά όταν δεν το έχω μελετήσει ακόμα με προσοχή. Αυτό όμως που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι πως ενώ ο τίτλος του καταδεικνύει ότι ο συγγραφέας κάτι θέλει να μας πει, τελικά αποδεικνύεται ατυχής. Και εξηγούμαι: «Ιθάκη», τίτλος που παραπέμπει στα ταξίδια του Οδυσσέα, στις περιπέτειές του, στα λάθη τα δικά του αλλά και των συντρόφων του, στις ανθρώπινες στιγμές του, κυρίως όμως στη νοσταλγία του. Νοσταλγία όμως για ποια Ιθάκη;
Θα έλεγε κάποιος για μια επιστροφή στις παλιές ιδέες, στα ιδανικά της νιότης, στη συντροφικότητα που αποπνέουν οι κοινοί αγώνες, στις στιγμές ανάτασης και ελπίδας. Σ’ ένα στιχάκι μου είχα πει ότι «η ελπίδα είναι ο υπηρέτης της νοσταλγίας μας». Για να μπορούμε να ελπίζουμε πρέπει να έχουμε αναμνήσεις από κάτι που νιώσαμε, βιώσαμε, το χάσαμε και το αναζητούμε για να το βρούμε ξανά και αυτή η αναζήτησή μας φωτίζει τον δρόμο της επιστροφής. Η νοσταλγία κρύβει μέσα της το άλγος του γυρισμού μετά από ένα κοπιαστικό ταξίδι· όταν όμως οι αναμνήσεις σου είναι τόσο λίγες, διότι τελικά δεν ταξίδεψες όπως υποσχόσουν αφού λίγες μέρες μετά το σαλπάρισμα του καραβιού σου παρά τον ούριο άνεμο τον ξεσηκωμένο από τις ευχές εκατομμυρίων Ελλήνων, γύρισες πίσω λιγόψυχος και τρομαγμένος από τα πρώτα μεγάλα κύματα, νικημένος από την ατολμία σου, τότε νοσταλγία δεν υπάρχει, γιατί τελικά ποτέ δεν έφυγες από εκεί που πάντα ήσουν κι έτσι ποτέ σου δεν κατάλαβες «οι Ιθάκες τι σημαίνουν».
Και μιας και αναφερθήκαμε σε στίχο του Καβάφη ας θυμηθούμε εκείνο το τόσο αινιγματικό εμπνευσμένο από τον Δάντη «Che fece.. . il gran rifiuto», τη «Μεγάλη Αρνηση»: «Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Οχι να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος το ’χει έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το, πέρα πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησή του. Ο αρνηθείς δεν μετανιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι, όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει εκείνο τ’ όχι – το σωστό – εις όλην την ζωή του». Φρονώ ότι το νόημα του ποιήματος αυτού κρύβεται μεν σε ένα δίλημμα, ταυτόχρονα όμως κρύβει και μια αντιφατικότητα. Το μεγάλο Ναι, παρότι κατάφαση, από τη στιγμή που υπακούει στην υποκειμενική «τιμή» και «πεποίθησή» σου καταλήγει να σημαίνει άρνηση μιας συλλογικής βούλησης και το μεγάλο Οχι – το σωστό – και άρα αντικειμενικό από άρνηση να σημαίνει κατάφαση και υποταγή σε αυτήν τη συλλογική βούληση, άσχετα από τις συνέπειες που η απόφαση αυτή σού προξενεί και οι οποίες μπορεί να σε καταβάλουν.
Ενας από τους μεγάλους σύγχρονους στοχαστές μας, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, έκλεινε την εμπνευσμένη ομιλία του στην Ακαδημία Αθηνών της οποίας έγινε τακτικό μέλος λέγοντας: «Το πραγματικό δίλημμα των σκεπτόμενων σήμερα ανθρώπων συνοψίζεται στην ανάγκη να επιλέξουμε ανάμεσα στο “όλοι μας” και στο “κανείς”». Και «όλοι μας» πιστεύω ότι σημαίνει μια κοινωνία ανθρώπων που μπορούν να συνδιαλέγονται, να συναποφασίζουν και να συνδημιουργούν, αλλά και να αντιστέκονται όλοι μαζί στην αδικία και τους εκβιασμούς· ιδιαίτερα όταν η Ιστορία κάποιους από αυτούς τους έχει τιμήσει με το προνόμιο να τη γράφουν. Αντίθετα, το «κανείς» σημαίνει ένα συνονθύλευμα ατομικοτήτων του οποίου το αποτύπωμα ακούει στο όνομα αδιαφορία, σε αυτήν την κατάσταση απάθειας και μοιρολατρίας που ο Αντόνιο Γκράμσι είχε χαρακτηρίσει ως το νεκρό βάρος της Ιστορίας.
Δυστυχώς ο Αλέξης, ο αντιστασιακός «μικρός ήρως» όπως είχε αποτυπωθεί στο φαντασιακό πολλών Ελλήνων, στη διάρκεια κάποιων μεγάλων στιγμών που προοιωνίζονταν ανατροπές και ρήξεις με το άσχημο και το διεφθαρμένο, στο δίλημμα ανάμεσα στο «όλοι μας» και το «κανείς», διάλεξε αυτό που έκανε και ο πολυμήχανος Οδυσσέας για να σωθεί και να σώσει λέει και τους άλλους από το στόμα όχι του Πολύφημου, αλλά αυτή τη φορά του Κύκλωπα του νεοφιλελευθερισμού, των αγορών και της απάτης. Διάλεξε το Κανείς. Και από Αλέξης όλων έγινε ο «Ούτις » του Ομήρου.
Και κλείνω πάλι με Αντόνιο Γκράμσι και την κριτική που άσκησε στους αδιάφορους, στους «είμαι ο κανείς»: «Μισώ τους αδιάφορους γιατί με ενοχλεί το κλαψούρισμά τους, κλαψούρισμα αιωνίων αθώων. Ζητώ να μου δώσει λογαριασμό ο καθένας απ’ αυτούς με ποιον τρόπο έφερε σε πέρας το καθήκον που του έθεσε και του θέτει καθημερινά η ζωή, γι’ αυτό που έκανε και ειδικά γι’ αυτό που δεν έκανε».
