Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ποια κατεύθυνση οφείλει να ακολουθήσει μια διακυβέρνηση η οποία θα αποσκοπεί στη μείωση, αν όχι στην ακύρωση, του συνεχώς διευρυνόμενου ρήγματος μεταξύ ευημερίας αριθμών και ευημερίας των ανθρώπων;

Το ερώτημα αντιμετωπίζεται, ουσιαστικά, στην καθημερινή επαγγελματική πολιτική ζωή ως ουτοπικό, ενώ, αντίθετα, οι πολίτες διψούν να ακούσουν και να δουν να αντιμετωπίζεται ως ρεαλιστική ουτοπία. Και όσο περισσότερο ξενίζει τους επαγγελματίες της πολιτικής τόσο ως πιο αναγκαίο βιώνεται από τους πολίτες.

Πράγματι, όλοι αυτοί σήμερα που κηρύττουν μια στροφή προς τον «ρεαλισμό», προς την πραγματικότητα της επιχείρησης, της παραγωγικότητας, του εξωτερικού εμπορικού ισοζυγίου και των «επιτακτικών προτεραιοτήτων», μιλούν όπως μιλούν οι γονείς στα παιδιά τους, μιλούν όπως οι γέροι. Το τέλος της ουτοπίας, της ιδεολογίας αντιπροσωπεύει τα γηρατειά, και τα γηρατειά στο επίπεδο της συλλογικότητας παραπέμπουν στη συλλογική καρτερική υποταγή στη δεδομένη τάξη των πραγμάτων, στη «σύνεση» και στον φρονηματισμό, στη μετατροπή της ανάγκης σε φιλοτιμία. Και γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά με τι εξαιρετική «δόση γηρατειών» έχουν διαποτίσει την κοινωνία μας οι πολιτικές των τελευταίων χρόνων. Το δηλώνει η μεγάλη αντιπροσωπευτικότητα των νέων στον πληθυσμό της πολιτικής αποχής. Η θορυβώδης αυτή σιωπή τους απαιτεί, χωρίς να εκφράζεται ρητά και οργανωμένα, την υπέρβαση του διαζεύγματος μεταξύ του βολονταριστικού ουτοπισμού και της φαταλιστικής παραίτησης που τους έχουν προτείνει μέχρι τώρα. Ολα μας πείθουν πως αναζητείται ένας έλλογος ουτοπισμός, μια πολιτικά συνειδητή και ορθολογική χρήση των ορίων των δυνατοτήτων, με στόχο την ευτυχία των πολιτών. Εξάλλου, αυτό δεν είναι άλλωστε και μια πλευρά της πολιτικής; Να καθιστά, δηλαδή, δυνατό κάτι το οποίο έχει λίγες πιθανότητες να υπάρξει;

Στην προοπτική αυτή, μια διακυβέρνηση με έναν τέτοιο στόχο οφείλει να λάβει υπόψη της δύο θεμελιώδεις διαστάσεις των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών που καθιστούν δυνατή την πρόσβαση στην εμπειρία της ευτυχίας: αφ’ ενός την εμπλοκή των ατόμων σε κοινωνικά παιχνίδια που συνθέτουν την κοινωνία στην οποία βρέθηκαν να (συμ)μετέχουν και αφετέρου τη δυνατότητά τους να επενδύσουν σε αυτά τα παιχνίδια, να διαθέτουν ένα μίνιμουμ ευκαιριών στο παιχνίδι, δηλαδή εξουσίας πάνω στο παιχνίδι, πάνω στο παρόν του παιχνιδιού.

Οταν οι άνθρωποι επενδύουν σε ένα κοινωνικό παιχνίδι, όταν εμπλέκονται ενεργά στα συγκεκριμένα παιχνίδια, ανάλογα με τα κεφάλαιά τους, όταν αναγνωρίζεται από τους υπόλοιπους συμμετέχοντες η επένδυση αυτή, τότε ο άνθρωπος εισπράττει από τον κοινωνικό κόσμο αυτό που κανένας άλλος δεν μπορεί να του δώσει, μια δικαιολογία ύπαρξης μέσα και μέσω της ευτυχίας της δράσης.

Το θεσμικό κλιμάκιο που διαθέτει την εξουσία εγκαθίδρυσης των περισσότερων κοινωνικών παιχνιδιών, καθώς και διορισμού των συμμετεχόντων σε αυτά, που πιστοποιεί την επάρκειά τους να ενταχθούν σε αυτά, είναι το κράτος. Ωστόσο, εδώ και καιρό κυριαρχεί η αντίληψη πως κάθε προσπάθεια εξουδετέρωσης ή μείωσης των άνισων δυνατοτήτων εμπλοκής στα κοινωνικά παιχνίδια ενδέχεται να αποβεί σε βάρος της ελευθερίας των ατόμων. Παραδειγματική άποψη της κυριαρχίας του πνεύματος του νεοφιλελευθερισμού, σύμφωνα με το οποίο το κοινωνικό κράτος αποτελεί εχθρό προς εξολόθρευση.

Τι μπορεί να γίνει; Σε κάθε περίπτωση, μεταξύ άλλων, πρέπει να αντιτάξουμε στη στενή οικονομιστική προσέγγιση που κυριαρχεί σήμερα μια μορφή οικονομίας η οποία θα συνυπολογίζει όλα τα κέρδη, υλικά και συμβολικά, που συνδέονται με την απασχόληση, την εργασία, την ασφάλεια, καθώς και όλα τα αντίστοιχα κόστη που συνδέονται με την ανεργία, την επισφάλεια, τον αποκλεισμό• μια μορφή οικονομίας που θα εμπεριέχει μια νέου τύπου κοινωνική προστασία, η οποία θα επιτρέπει την κοινωνική συνοχή και δεν θα τη στοχεύει απλώς για να νομιμοποιηθούν οι διεργασίες απορρύθμισής της• μια νέα οικονομική θέαση της κοινωνικής ζωής, η οποία θα λαμβάνει υπόψη της το γεγονός πως η «τρέχουσα τιμή» της κοινωνικής δυσανεξίας προσμετράται επιπλέον σε οδύνη και βία, ατομική και συλλογική.

Μόνο αν στους «εθνικούς» λογαριασμούς συμπεριλάβουμε την παράμετρο παρουσίας ή απουσίας της ευτυχίας των πολιτών, θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε και να εξηγήσουμε ορισμένα βασικά λάθη των εθνικών προϋπολογισμών. Μόνο τότε θα μπορέσουμε, χωρίς να υιοθετήσουμε την αφοριστική και άλογη ολική καταγγελία της αγοράς, να δημιουργήσουμε μια ρήξη με τη «λογιστική» θεώρηση (άλλοτε θα λέγαμε «μπακαλίστικη») την οποία η νεοφιλελεύθερη πίστη παρουσιάζει ως την υπέρτατη μορφή της ολοκλήρωσης της ανθρωπότητας. Μόνο, και μόνο, αν η διακυβέρνηση των πολιτών υιοθετήσει μια διευρυμένη αντίληψη της ατομικής και συλλογικής ευτυχίας, η οποία θα επανεντάσσει το κοινωνικό, το συμβολικό, μέσα στον πυρήνα των κοινωνικών σχέσεων, θα είναι δυνατό να δημιουργήσει μια ελληνική «κοινωνία συγγενών», αναγκαία προϋπόθεση για σταθερή, βιώσιμη εθνική ανάπτυξη.

* Kαθ. Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών