Οι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή που ξεκίνησαν με την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 συνοδεύτηκαν από μια σειρά παράλληλων ιδεολογικών συγκρούσεων στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες για τον καθορισμό ενός συνόλου εννοιών και δικαιωμάτων: του αντισιωνισμού και του αντισημιτισμού, των ορίων άσκησης κριτικής στο Ισραήλ, του δικαιώματος της υποστήριξης στον αγώνα των Παλαιστινίων για αυτοδιάθεση, της ελευθερίας έκφρασης, της ανεξαρτησίας του ακαδημαϊκού λόγου.
Το όλο πλαίσιο αυτής της αντιδικίας χρησιμοποιήθηκε στα αμερικανικά (αλλά όχι μόνο) Πανεπιστήμια και στον δημόσιο και διαδικτυακό χώρο για ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών με την «Αριστερά», η οποία, συλλήβδην, στιγματίσθηκε ως αντισημιτική. Προδίδοντας την ιστορική παρακαταθήκη της, η ευρωπαϊκή Aκροδεξιά εμφανίζεται πλέον ως ο κύριος υποστηρικτής και προστάτης του Ισραήλ και των απανταχού Εβραίων, ενώ όσοι ασκούν ακόμη και την πλέον καλόπιστη κριτική στο Ισραήλ δαιμονοποιούνται κατευθείαν ως φιλοϊσλαμιστές και αντισημίτες.
Η αλήθεια είναι ότι ο αντισημιτισμός ως φαινόμενο δεν είναι στατικός· μεταβάλλεται συνεχώς και αλλάζει διαρκώς την εξωτερική του εμφάνιση, τα προσχήματα που τον «δικαιολογούν», που τον καθιστούν εφικτό, διατηρώντας την εσωτερική του λογική και την ουσία του μίσους του: από θρησκευτικός, φυλετικός και λαϊκότροπος σε αντικαπιταλιστικό, αντικομμουνιστικό και συνωμοσιολογικό. Η ουσία παραμένει πάντα η ίδια: η απέχθεια ως μέσο επαναμάγευσης της πραγματικότητας, ως διέξοδος από την υλική, πεζή πραγματικότητα, ως τροφοδότης συνοχής και νοήματος.
Εγγεγραμμένος στο ιστορικό ασυνείδητο της Δύσης, ο αντισημιτισμός έχει την ικανότητα να βρίσκει τον δρόμο του και να εισχωρεί σε κριτικές που μπορεί να ξεκινούν ως καλόπιστες, αλλά καμιά φορά καταφεύγουν για ευκολία σε χιλιοειπωμένα και εύπεπτα κλισέ. Ομως, το πρωτότυπο, δηλαδή ο φυλετικός αντισημιτισμός της Aκροδεξιάς, έμοιαζε, εδώ και κάποια χρόνια, να έχει αποσυρθεί στο περιθώριο, με τα υγειονομικά του στοιχεία να μπολιάζουν την ισλαμοφοβία και τα συνωμοσιολογικά του στοιχεία να βρίσκουν χώρο σε ποικιλόμορφες καμπάνιες σαν την αντιεμβολιαστική.
Με τη μεταφορά του ηθικού στίγματος των περί αντισημιτισμού κατηγοριών σχεδόν αποκλειστικά και μόνο στην «Αριστερά» (κυρίως, αλλά όχι μόνο, την κινηματική), ο φυλετικός, συνωμοσιολογικός αντισημιτισμός της Aκροδεξιάς σχεδόν ξεχάστηκε. Βοήθησε σε αυτό και η πλήρης υιοθέτηση του ισραηλινού αφηγήματος από την τραμπική και κυβερνώσα Ακροδεξιά. Πλήρης;
Σε αυτό το ερώτημα απάντησε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο –αναδεικνύοντας συγχρόνως και τα ρήγματα και τις εσωτερικές αντιφάσεις στο στρατόπεδο MAGA – πρόσφατη δημοσκόπηση στις ΗΠΑ, σύμφωνα με την οποία η αρνητική άποψη των νεαρών Ρεπουμπλικανών για το Ισραήλ αυξήθηκε από το 2022 ώς σήμερα κατά 15 μονάδες, από το 35% στο 50%.
Αυτή η αύξηση, στον απόηχο μάλιστα της δολοφονίας του Τσάρλι Κερκ, έχει ιδιαίτερη σημασία και δείχνει τη μετακίνηση μεγάλων τμημάτων της τραμπικής Aκροδεξιάς προς τα ίδια της τα ιδεολογικά θεμέλια. Σημαίνει επίσης κάτι επιπλέον. Με την εκεχειρία στη Γάζα προς το παρόν να παραμένει εν ισχύι και το ξεκαθάρισμα στα Πανεπιστήμια να συνεχίζεται τόσο στην Αμερική, όσο και στην Ευρώπη (εντελώς πρόσφατη είναι η απαγόρευση επιστημονικού συνεδρίου στο Collège de France με τους γνωστούς ισχυρισμούς περί υποστήριξης της Χαμάς), μπορεί και να έχει έρθει η ώρα για το αληθινά ζητούμενο στο στρατόπεδο MAGA: την απελευθέρωση του προέδρου Τραμπ από τα δεσμά του.
Από την έναρξη της δεύτερης θητείας του Τραμπ ώς και σήμερα, η αμερικανική συνωμοσιολογική Ακροδεξιά (η ίδια που τον είχε στηρίξει παρελαύνοντας στο Τσάρλεστον και εισβάλλοντας στη Γερουσία) προωθεί, μέσα από τους διάφορους διαύλους της, την άποψη ότι ο πρόεδρος δεν μπορεί να ενεργήσει όπως πραγματικά θα ήθελε – γιατί είναι αιχμάλωτος πιέσεων και εκβιασμών. Και οι εκβιασμοί έχουν ονοματεπώνυμο: Ισραήλ και φάκελος Επστίν.
Προς αποφυγή παρεξηγήσεων: η ακροδεξιά χρήση των γνωστών, πανάρχαιων αντισημιτικών μοτίβων περί δικτύων κυριαρχίας και «μαφιόζικων» μεθόδων, δεν επιφέρει, στην πραγματικότητα, καμία απολύτως αλλαγή στον τρόπο που οι Ρεπουμπλικανοί βλέπουν το θέμα της Παλαιστίνης, τη Μέση Ανατολή, το Ισλάμ: την ίδια στιγμή που ενισχύεται ο ακροδεξιός αντισημιτισμός, αυξάνεται και η ισλαμοφοβία και η αντιπάθεια προς τους Αραβες.
Και το κλειδί για την εξήγηση αυτής της διπλής αποστροφής είναι η ανωτερότητα των «λευκών» (οι χρωματικές λεπτομέρειες, κάποιες φορές, δεν είναι και απόλυτα σαφείς). Επιστρέφοντας λοιπόν στην ιδεολογική του κοιτίδα, ο ακροδεξιός λόγος στην Αμερική μιλάει, παραμερίζοντας τις ίδιες του τις αντιφάσεις, μέσω κυρίως του ανοιχτά νεοφασίστα Νικ Φερνάντεζ, του τηλεσχολιαστή Τάκερ Κάρλσον και της χαρισματικής Κάντας Οουενς – η τελευταία αναφέρεται συχνά στο Ισραήλ ως έθνος «cultic» (που μπορεί να μεταφραστεί ως αιρετικό, αλλά και ως δολοπλόκο), ερεθίζοντας με αυτόν τον τρόπο τα συνωμοσιολογικά ένστικτα των ομοδόξων της.
Μέσα από θεωρίες συνωμοσίας που «αποκαλύπτουν» ακόμη και την αλήθεια για τη δολοφονία του προέδρου Κένεντι, οι -απολαμβάνοντες την αίσθηση της επικράτησης επί των αριστερών αντιπάλων τους- τραμπιστές κάνουν το επόμενο βήμα: αυτό της προσπάθειας απελευθέρωσης του προέδρου τους από τα σιωνιστικά δεσμά.
*Καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο
