Η ακύρωση της προαναγγελθείσας συνάντησης Τραμπ-Πούτιν στη Βουδαπέστη και η ανακοίνωση του Αμερικανού προέδρου για επιβολή κυρώσεων στις δύο μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρείες της Ρωσίας (Rosneft και Lukoil) από την πλειονότητα των δυτικών ΜΜΕ και των εκφραστών του λεγόμενου «κόμματος του πολέμου» εκλήφθηκαν ότι αποτελούν στροφή Τραμπ έναντι του ουκρανικού ζητήματος, που μέχρι τώρα με κάθε πράξη του διαλαλούσε, παραβιάζοντας και τη στοιχειώδη διπλωματική δεοντολογία, ότι αυτό αποτελεί μια «χαμένη υπόθεση».
Ανεξαρτήτως του ότι πρόκειται για μια απολύτως εσφαλμένη και πρόχειρη εκτίμηση, αφού αφ’ ενός ο Τραμπ παραμένει προνομιακός συνομιλητής με τον Πούτιν, ενώ η ευρωπαϊκή ηγεσία είναι παντελώς ουραγός και ανύπαρκτη στο ζήτημα αυτό, και αφ’ ετέρου όλο το κόστος, οικονομικό, πολιτικό και ψυχολογικό, έχει φορτωθεί από τις ΗΠΑ στους ώμους των ευρωπαϊκών κοινωνιών, οι οποίες είναι και τα μεγαλύτερα θύματα, το οδυνηρό συμπέρασμα είναι ότι εν συνόλω οι ευρωπαϊκές ελίτ, πολιτικές και οικονομικές, συνεχίζουν να εμφανίζουν τάσεις αυτοχειρίας, προσομοιάζοντας με τον ρόλο «των χρησίμων ηλιθίων της ιστορίας».
Αρχικά, η αμερικανική στρατηγική της διπλής ανάσχεσης, που στοιχειοθετήθηκε στην απαρχή της εμφάνισης ενός υπό διαμόρφωση πολυπολικού κόσμου στον 21ο αιώνα, που είχε στόχο την περιθωριοποίηση και τον περιορισμό των δυνατοτήτων της Ρωσίας και στη συνέχεια τον εγκλωβισμό της Κίνας πέραν των ισχυρών αντισυσπειρώσεων που δημιούργησε, ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Και αυτό γιατί τόσο η Ρωσία όσο και η Ουκρανία αποτελούν οργανικά τμήματα της ευρωπαϊκής ηπείρου και βασικές συνιστώσες μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής ομπρέλας ασφαλείας στον μεγάλο και ουτοπικό, όπως αποδείχθηκε, στόχο μιας Ενωμένης Ευρώπης από τη Μεσόγειο ώς τα Ουράλια. Για τούτο οι ευθύνες της Ε.Ε. είναι ιστορικές λόγω του γεγονότος ότι δεν έλαβε καμία πρωτοβουλία να αποτρέψει αυτόν τον ρωσοουκρανικό πόλεμο παρεμβαίνοντας έγκαιρα όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν και το απαιτούσαν (μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και του ανατολικού μπλοκ) για τη δημιουργία οργανικής ισορροπίας ασφαλείας που θα κάλυπτε και τις δίκαιες ρωσικές ενστάσεις.
Στη συνέχεια, οι θεαματικές και παράλληλα δραματικές εξελίξεις στη διεθνή σκηνή, με πρωταγωνιστή τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος μέσα σε λίγες ημέρες αποδόμησε την προηγούμενη πάγια αμερικανική στρατηγική, από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έως σήμερα, που ασκούνταν στο πλαίσιο της αμερικανικής ηγεμονίας, αρχικά στον δυτικό κόσμο και στη συνέχεια σε παγκόσμιο επίπεδο μετά την πτώση της Σοβιετικής Ενωσης, όπου στο πλαίσιο της αμερικανικής ηγεμονίας εμπεριέχονταν ως αυτονόητη προϋπόθεση η αμυντική προστασία και η ομπρέλα της Ευρώπης από τις ΗΠΑ μέσω του ΝΑΤΟ, έχουν οδηγήσει την Ευρώπη στα όρια της παράκρουσης.
Και αυτό γιατί στη βάση αυτής της σταθερής και πάγιας στρατηγικής υπήρξε η ομόθυμη ευρωπαϊκή στήριξη της Ουκρανίας, παρά τα αντίθετα άμεσα οικονομικά συμφέροντα των ευρωπαϊκών χωρών, υπό την ηγεσία των ΗΠΑ στον καταστρεπτικό πόλεμο με τη Ρωσία, όπου ύστερα από τρία χρόνια σφαγής, διάλυσης των υποδομών και διάθεση εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων και στρατιωτικού υλικού για την άμυνά της, κυριαρχούν η απογοήτευση και το βάλτωμα. Στον πόλεμο αυτό ως βασική αιτία ήταν η επιδίωξη της Ουκρανίας να εισέλθει στο ΝΑΤΟ, το οποίο με τον τρόπο αυτό θα επεκτεινόταν μόλις λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα από τη Μόσχα, παρά τις περί του αντιθέτου υποσχέσεις των Δυτικών, όταν διαλυόταν η Σοβιετική Ενωση, ότι δεν θα επεκτείνονταν προς τα σύνορα της Ρωσίας σεβόμενοι τις ευαισθησίες της για την άμυνά της. Η βίαιη αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής, επί Tραμπ, όπου επιχειρούνται η εντυπωσιακή απόψυξη των αμερικανορωσικών σχέσεων και η μακροπρόθεσμη οικονομική συνεργασία τους για την εκμετάλλευση του τεράστιου φυσικού πλούτου, συνολικά της Ουκρανίας αλλά και του αρκτικού κύκλου, που φαίνεται να είναι το νέο πλανητικό Ελντοράντο, στέλνει στο καναβάτσο την Ουκρανία και συνολικά την Ε.Ε. H τελευταία, ενώ είναι ο μεγάλος χαμένος από τη διάσπαση των σχέσεων με τη Ρωσία, που αποτελούσε πριν από τον πόλεμο τον βασικό ενεργειακό αιμοδότη της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, αντί για σοβαρή επαναξιολόγηση των πολιτικών, ενισχύει την αδιέξοδη αντιρωσική ρητορική της, εξαιτίας της ανάγκης υποστήριξης της Ουκρανίας, μετατρεπόμενη σε «Ιφιγένεια» στους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς και στη ρευστότητα του υπό διαμόρφωση πολυπολικού κόσμου.
Οι συνέπειες για την Ευρώπη, εξαιτίας της στάσης της έως τώρα στο Ουκρανικό, είναι καταλυτικές. Πέραν της αποδοχής, υπό μορφή μάλιστα υποτελούς παράκλησης, της πλήρους επικυριαρχίας των ΗΠΑ ως παρόχου της ασφάλειας στις χώρες του ΝΑΤΟ, κάτι που οδηγεί στην πλήρη απώλεια της δυνατότητας της Ε.Ε. να μετατραπεί σε αυτόνομο γεωπολιτικό πόλο, ενυπάρχουν παράλληλα και οι οδυνηρές οικονομικές συνέπειες, το τεράστιο ενεργειακό και οικονομικό κόστος, που απειλεί με πλήρη εκτροχιασμό την ευρωπαϊκή οικονομία μετά το προηγηθέν σοκ της πανδημίας του κορονοϊού και με αποσάθρωση των κοινωνιών της. Πρόκειται αναμφισβήτητα για την απώλεια μιας μεγάλης ιστορικής ευκαιρίας για την Ευρώπη, η οποία θα μπορούσε λόγω της οικονομικής της δύναμης και του πολιτισμικού βάρος που διαθέτει, αν είχε προχωρήσει σε σοβαρή πολιτική ενοποίηση με κοινή εξωτερική πολιτική και αμυντική θωράκιση, να παίξει τον καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της νέας παγκόσμιας ισορροπίας.
*Δικηγόρος
