ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αλεξάνδρα Κορωναίου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι εμβληματικές έννοιες «τόποι μνήμης», «διεργασίες της μνήμης», «κοινωνικά πλαίσια της μνήμης» δεν έπαψαν ποτέ να προκαλούν θεωρητικές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις γύρω από την ιστορία, τη μνήμη και τη λήθη, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

Η πρώτη έννοια σφραγίζει το μνημειώδες έργο του Πιερ Νορά* με έμφαση στις πολιτικές χρήσεις του παρελθόντος για τη διατήρηση της εθνικής συνοχής. Η δεύτερη ανήκει, πρωτίστως, στον Πολ Ρικέρ** και αφορά περισσότερο τις διεργασίες της λήθης για την αναγκαία «συμφιλίωση» στις κοινωνίες που διχάστηκαν βίαια και τραυματικά. Η τρίτη ανήκει στην επιστημονική κληρονομιά του Μορίς Αλμπά που άνοιξε τον δρόμο στην «κοινωνιολογία της μνήμης» διερευνώντας τις κοινωνικές συνθήκες ανάκλησης του παρελθόντος στο παρόν.

«Είναι μέσα στην κοινωνία που ο άνθρωπος ανακτά τη μνήμη, την αναγνωρίζει και την πλαισιώνει» | (Μορίς Αλμπά, «Τα κοινωνικά πλαίσια της μνήμης», 1925)

Η μνήμη από μόνη της ούτε ερμηνεύει γεγονότα ούτε ερμηνεύεται. Γι’ αυτό, αν κάτι έχει σημασία κοινωνι(ολογι)κά είναι η μετάβαση από τα «κοινωνικά πλαίσια της μνήμης» στη μνήμη ως πλαίσιο κατανόησης του κοινωνικού γίγνεσθαι, της δημόσιας δράσης, της συλλογικής διεκδίκησης. Απελευθερωμένη από επιστημονικές αγκυλώσεις, η μνήμη ταξιδεύει στον χρόνο μέσα από ένα πολυσήμαντο πλήθος μορφών, εικόνων και αναπαραστάσεων: εθνική και συλλογική μνήμη, ατομική και διαγενεακή, τραυματική και λυτρωτική.

Από κοινωνιολογική σκοπιά, οι βιωμένες ή επίκτητες μνήμες ταξινομούνται και νοηματοδοτούνται μέσα σε ζώντα κοινωνικά περιβάλλοντα (οικογένεια, κοινότητα, κοινωνική τάξη) που έχουν το ιδιαίτερο έθος τους. Στα παραδοσιακά περιβάλλοντα προστίθενται σήμερα οι ψηφιακές κοινότητες που διαμορφώνουν συλλογικές μνήμες (π.χ. για δημόσια πρόσωπα, τραγικά γεγονότα, πολέμους, κ.λπ.).

Παραμένει ουσιώδης η διάκριση ανάμεσα στην πολιτική εξουσία που εστιάζει στη θεσμοποιημένη μνήμη (επέτειοι, μνημεία, μουσεία, κ.ά.) και στις διάφορες κοινωνικές ομάδες που επιμένουν στη μνημόνευση γεγονότων τα οποία συνήθως αποσιωπούνται στην επίσημη ιστορία (αποικιοκρατίες, δικτατορίες, γενοκτονίες, κ.λπ.). Αναπόφευκτες επομένως και οι εντάσεις, καθώς είναι φανερό πως η μνήμη μπορεί να ενδυναμώνει ή να αμφισβητεί την εξουσία παραπέμποντας σε πολιτικές χειραγώγησης της μνήμης και της ιστορίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι επιδιώξεις της κυβέρνησης με τη διά νόμου απαγόρευση συγκεντρώσεων και διαδηλώσεων υπερβαίνουν την προστασία του μνημείου του Αγνωστου Στρατιώτη και τον έλεγχο ενός δημόσιου χώρου. Εκτείνονται στην αυταρχική επιβολή στο κοινωνικό σώμα μιας ορισμένης αναπαράστασης των τόπων μνήμης που «δολοφονεί» όλες τις άλλες και, κυρίως, εκείνη που υποστηρίζει πως είναι το παρόν που δίνει νόημα στο παρελθόν και όχι το αντίστροφο.

Σε αυτό το παρόν η διεκδίκηση απόδοσης δικαιοσύνης για το έγκλημα των Τεμπών όχι μόνο δεν βεβηλώνει τον «ιερό τόπο» αλλά αναδεικνύει πλήρως το συμβολικό του νόημα που συνδέεται με το πένθος.

Ενα πένθος που ορατοί και αόρατοι κυβερνητικοί μηχανισμοί μάχονται να περιορίσουν σε ατομικά πλαίσια. Ομως η κοινωνία που «ανάβει κεράκια από το ΙΚΕΑ» (η ταξική περιφρόνηση δεν κρύβεται) κάνει μια αυθόρμητη ρήξη με το ατομικό πένθος. Το μετατρέπει σε συλλογικό, το μετουσιώνει σε ζωντανή διεκδίκηση της αλήθειας χαράσσοντας για πάντα το κρατικό έγκλημα των Τεμπών στη συλλογική μνήμη.

Αυτή τη συλλογική μνήμη που αυθόρμητα ενώνει ετερογενείς ομάδες και ανθρώπους φοβάται η κυβέρνηση. Αυτή θέλει να διαγράψει γνωρίζοντας πως η δυναμική της μπορεί να είναι ανατρεπτική. Για τούτο δεν αρκεί να απαγορεύει διαδηλώσεις και συναθροίσεις μπροστά στο μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη. Απαιτείται και το κοινωνικό μήνυμα πως αυτός ο τόπος μνήμης τής ανήκει και δεν επιδέχεται άλλες «χρήσεις» πλην των εθνικών. Η μνήμη θα είναι αντικατοπτρισμός της εθνικής ομοψυχίας ή δεν θα υπάρχει. Αλλες μνήμες, συνειρμοί και αναπαραστάσεις απαγορεύονται.

Αυτό που θα επιτρέπεται πλέον στον ιερό τόπο μνήμης είναι τα περιστέρια και τα ΜΑΤ, οι τουριστικές ξεναγήσεις και, βεβαίως, το στήσιμο της θεατρικής σκηνής των επισήμων στις εθνικές επετειακές τελετουργίες.

Ομως η μνήμη παίζει συχνά περίεργα παιχνίδια του νου. Μπορεί, επομένως, οι νέοι που θα παρελαύνουν μπροστά στον Αγνωστο Στρατιώτη, για τον οποίο μάλλον δεν ξέρουν τίποτα, να θυμούνται πως κάποιοι άλλοι σαν αυτούς μπήκαν κάποτε σε ένα τρένο που τους οδήγησε στον θάνατο. Οχι για την πατρίδα αλλά για τα συμφέροντα εκείνων που προσκυνούν έναν και μοναδικό ιερό τόπο: το κέρδος.

Οσες απαγορεύσεις κι αν επιβάλλουν οι φορείς της εξουσίας, η μνήμη των νεκρών στα Τέμπη, η αποσιώπηση και η αλλοίωση των πραγματικών γεγονότων θα τους στοιχειώνουν. Θα τους στοιχειώνει το συλλογικό πένθος που έγινε απαίτηση για δικαιοσύνη επιβεβαιώνοντας πως είναι πάντα ο παρών χρόνος που δίνει νόημα και αξία στον παρελθόντα χρόνο.

* P. Nora, Les lieux de mémoire, Gallimard, 1984-1992 **P. Ricoeur, La mémoire, l’ histoire, l’ oubli, Le Seuil, 2014

* Ομ. καθηγήτρια Κοινωνιολογίας, πρ. κοσμήτορος Παντείου Πανεπιστημίου