ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ g.manteniotis
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το Ταμείο Ανάκαμψης θα έπρεπε να λειτουργήσει ως μοχλός για τη διαμόρφωση μιας νέας αναπτυξιακής ταυτότητας, βασισμένης στην παραγωγή γνώσης, στην αξιοποίηση της τεχνολογίας και στη σύνδεση της καινοτομίας με την πραγματική οικονομία. Η λογική που θα έπρεπε να διέπει το πρόγραμμα είναι να διοχετεύσει επενδύσεις, μεταρρυθμίσεις και τεχνολογικές καινοτομίες προς ένα νέο, βιώσιμο και εξωστρεφές παραγωγικό πρότυπο. Στην πράξη όμως, η χώρα δείχνει να επαναλαμβάνει τα ίδια σφάλματα που την κρατούν δεκαετίες τώρα σε φαύλο κύκλο χαμηλής παραγωγικότητας και διοικητικής αναποτελεσματικότητας.

Η τελευταία έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανέδειξε με σαφήνεια τον κίνδυνο απώλειας κονδυλίων. Οι μηχανισμοί παρακολούθησης των έργων λειτουργούν αποσπασματικά, χωρίς ενιαία πλατφόρμα ή ρεαλιστικά ενδιάμεσα χρονοδιαγράμματα, ενώ η υποστελέχωση των φορέων υλοποίησης παραμένει κρίσιμο πρόβλημα. Το αποτέλεσμα είναι η καθυστέρηση στην απορρόφηση, η αποδιοργάνωση των ελέγχων και ο κίνδυνος απένταξης έργων.

Ταυτόχρονα, η ίδια η δομή του ελληνικού προγράμματος φαίνεται να πάσχει από στρατηγική συνοχή. Οπως επισημαίνουν αναλυτές, το Ταμείο Ανάκαμψης αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως εργαλείο απορρόφησης παρά ως εργαλείο μετασχηματισμού. Πολλά έργα αρχικά επιλέχθηκαν με γνώμονα την ωριμότητα και όχι την αναπτυξιακή τους προστιθέμενη αξία. Ετσι, προγράμματα χαμηλού ρίσκου προχώρησαν, ενώ πιο φιλόδοξες δράσεις με δυνητικά υψηλό διαρθρωτικό αποτύπωμα καθυστέρησαν ή έμειναν εκτός.

Πέρα όμως από την απώλεια κονδυλίων, το ουσιαστικότερο πρόβλημα είναι βαθύτερο. Η χώρα δεν φαίνεται να αξιοποιεί το Ταμείο ως αφετηρία θεσμικής και οργανωτικής αναγέννησης. Αντί για διοικητική ενδυνάμωση, καινοτομία στη διαχείριση και διαφάνεια, κυριαρχούν αποσπασματικές αποφάσεις, αλλαγές προτεραιοτήτων και περιορισμένος δημόσιος έλεγχος. Οι θεσμοί δεν αλλάζουν μέσα από επιδοτήσεις, αλλά μέσα από διοικητική ανασυγκρότηση, επαγγελματισμό και σταθερότητα σχεδίου.

Η εμπειρία των τελευταίων ετών διδάσκει ότι τα κεφάλαια από μόνα τους δεν φέρνουν μεταρρυθμίσεις. Απαιτείται οργανωτική ικανότητα, συντονισμένη πολιτική ηγεσία και πραγματική συνέργεια δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, μέσα από σαφείς κανόνες και διαφανείς διαδικασίες. Το Ταμείο Ανάκαμψης θα μπορούσε να γίνει η πλατφόρμα πάνω στην οποία θα οικοδομηθεί ένα νέο πρότυπο δημόσιας διακυβέρνησης, με μόνιμους μηχανισμούς σχεδιασμού, αξιολόγησης και λογοδοσίας. Αντί όμως γι’ αυτό, τείνει να μετατραπεί σε ακόμη έναν μηχανισμό απορρόφησης, χωρίς μακροπρόθεσμο όραμα, χωρίς σαφές θεσμικό αποτύπωμα και, δυστυχώς, χωρίς την επίτευξη των στόχων απορρόφησης.

Η λύση δεν βρίσκεται ούτε στην επιτάχυνση χωρίς στρατηγική ούτε στην επαναδιαπραγμάτευση χωρίς προετοιμασία. Χρειάζεται θεσμική επανεκκίνηση. Η δημόσια διοίκηση οφείλει να ενισχυθεί με εξειδικευμένο προσωπικό που θα μπορεί να διαχειρίζεται σύνθετα επενδυτικά προγράμματα χωρίς να εξαρτάται από προσωρινές αναθέσεις. Κάθε έργο πρέπει να συνδέεται με συγκεκριμένο στόχο μετασχηματισμού, όχι απλώς με ποσοτικά μεγέθη απορρόφησης.

Το Ταμείο Ανάκαμψης μπορεί ακόμη να λειτουργήσει ως μοχλός αλλαγής, αν συνδεθεί με μακρόπνοες εθνικές προτεραιότητες: την ενεργειακή αυτάρκεια, την ψηφιακή καινοτομία, την τεχνολογική αναβάθμιση της βιομηχανίας και τη θεσμική ωρίμανση του κράτους. Αν όμως συνεχίσουμε να το αντιμετωπίζουμε ως ένα πεδίο βραχυπρόθεσμης πολιτικής διαχείρισης, η Ελλάδα κινδυνεύει να χάσει όχι μόνο κοινοτικούς πόρους, αλλά και τη δυνατότητα να αλλάξει πραγματικά πορεία.

Το στοίχημα είναι ακόμη ανοιχτό· αλλά χρειάζεται πολιτική βούληση, τεχνοκρατική επάρκεια και μια νέα διοικητική κουλτούρα.

*Περιφερειακός σύμβουλος Αττικής και μέλος της Π.Γ. του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.