Παρά τον εύηχο τίτλο «Ρυθμίσεις για την ενίσχυση της δημόσιας υγείας και την αναβάθμιση των υπηρεσιών υγείας», το νέο σχέδιο νόμου του υπουργείου Υγείας συνιστά όχι βελτίωση αλλά περαιτέρω αποδιάρθρωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Η λογική του δεν είναι η ενίσχυση του δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα του, αλλά η επέκταση νεοφιλελεύθερων εργαλείων που μετατοπίζουν την Υγεία από κοινωνικό δικαίωμα σε αγοραία υπηρεσία.
Κεντρικό σημείο του νέου σχεδίου νόμου αποτελεί η οριστική διεύρυνση της δυνατότητας των γιατρών του Δημοσίου να ασκούν ιδιωτικό έργο συμπληρωματικά με την υπηρεσία τους στο ΕΣΥ. Ερχεται να ολοκληρώσει τις ρυθμίσεις του ν. 5102/2024, με τον οποίο επιτράπηκε για πρώτη φορά σε νοσοκομειακούς γιατρούς να διατηρούν ιδιωτικό ιατρείο ή να συνεργάζονται με ιδιωτικές κλινικές, υπό όρους. Η δυνατότητα αυτή επεκτείνεται σε όλες τις κατηγορίες ιατρών που υπηρετούν στο δημόσιο σύστημα υγείας – όπως γιατροί ΤΟΜΥ, Μονάδων Ψυχικής Υγείας, επικουρικοί και ειδικευόμενοι. Και η ρύθμιση αυτή, που παρουσιάζεται ως κίνητρο παραμονής στο ΕΣΥ, όπως και η προηγούμενη, θα λειτουργήσει ως θεσμική έξοδος προς την αγορά γιατί ολοκληρώνει ένα πλήρες διπλό καθεστώς, στο οποίο οι γιατροί εργάζονται ταυτόχρονα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Το αποτέλεσμα είναι η ακόμα μεγαλύτερη πίεση στις δημόσιες δομές, η επιδείνωση των αναμονών και η αποψίλωση κρίσιμων μονάδων από προσωπικό. Και η σταδιακή διάβρωση του ΕΣΥ, καθώς η πληρωμή θα γίνει προϋπόθεση για ταχύτερη ή ποιοτικότερη φροντίδα.
Φυσικά το σχέδιο νόμου δεν αντιμετωπίζει την τραγική υποστελέχωση του συστήματος. Τα δημόσια νοσοκομεία λειτουργούν με πάνω από 30.000 κενές οργανικές θέσεις, ενώ κατά το 2024 καταγράφηκε ρεκόρ παραιτήσεων γιατρών. Η υποστελέχωση οδηγεί σε αναβολές χειρουργείων, κλείσιμο κλινικών και μείωση της ποιότητας φροντίδας. Αντί για πολλές μόνιμες προσλήψεις, επιλέγεται ένα μοντέλο ευελιξίας και προσωρινών μετακινήσεων, ακυρώνοντας κάθε προοπτική λειτουργικής αποκατάστασης των δημόσιων δομών.
Ιδιαίτερα ανησυχητικές είναι οι ρυθμίσεις για τη διοικητική αναδιάρθρωση των νοσοκομείων, που καταργούν την αυτοτέλεια περιφερειακών δομών, υποβιβάζοντάς τες σε δορυφόρους μεγαλύτερων μονάδων. Νοσοκομεία όπως της Καρύστου, της Κύμης ή του Ληξουρίου χάνουν την αυτοτέλειά τους και μετατρέπονται σε παραρτήματα μεγαλύτερων νοσοκομείων, με αποτέλεσμα τη μεταφορά προσωπικού και πόρων και την εκ των πραγμάτων συρρίκνωση των παρεχόμενων υπηρεσιών. Σε μια χώρα με έντονες γεωγραφικές ιδιαιτερότητες, τέτοιες συγχωνεύσεις συνιστούν υποβιβασμό της υγειονομικής κάλυψης της περιφέρειας.
Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και στη φαρμακευτική πολιτική. Το clawback -ο αυτόματος κόφτης επιστροφής υπερβάσεων- όχι μόνο παραμένει, αλλά ενισχύεται. Πρόκειται για ένα μέτρο που, αντί να προλαμβάνει την υπερσυνταγογράφηση, την τιμολογεί εκ των υστέρων, επιβαρύνοντας έμμεσα τους ασθενείς. Η άρνηση του κράτους να αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες για φάρμακα μετακυλίει το κόστος στους πολίτες, με τον κίνδυνο είτε να αυξηθεί η συμμετοχή, είτε να περιοριστούν νέες θεραπείες. Το 2023 οι επιστροφές (clawback και rebate/υποχρεωτική έκπτωση που αποδίδουν οι φαρμακευτικές εταιρείες στο Δημόσιο για τα φάρμακα που αποζημιώνονται) έφτασαν το 1,7 δισ. ευρώ, ενώ η καθαρή δημόσια δαπάνη παραμένει καθηλωμένη στα 2,1 δισ. ευρώ, επίπεδο χαμηλότερο από αυτό του 2010. Η κυβέρνηση επιλέγει να μη χρηματοδοτήσει τις αυξανόμενες ανάγκες, μεταφέροντας τελικά το βάρος στον ασθενή, είτε μέσω αυξημένης συμμετοχής, είτε με φάρμακα που βγαίνουν από την αποζημίωση. Το κράτος αποποιείται τον ρόλο του στην κάλυψη της φαρμακευτικής δαπάνης και ο ασθενής πληρώνει το τίμημα.
Το σχέδιο νόμου διευρύνει την παρουσία του ιδιωτικού τομέα στην παροχή δημόσιων υπηρεσιών. Εισάγεται η κατ’ οίκον νοσηλεία από ιδιώτες, η παροχή φαρμάκων υψηλού κόστους από ιδιωτικά φαρμακεία, αλλά και η γενικευμένη δυνατότητα συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα σε κρίσιμες λειτουργίες του ΕΣΥ. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και η απουσία στρατηγικού σχεδίου για την Πρωτοβάθμια Φροντίδα και την Ψυχική Υγεία. Τομείς που παραμένουν αποδυναμωμένοι ή ασαφώς ρυθμισμένοι, τη στιγμή που θα έπρεπε να βρίσκονται στον πυρήνα μιας μεταρρύθμισης.
Το ποσοστό του ΑΕΠ που αφιερώνει η Ελλάδα στη δημόσια υγεία είναι κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (περίπου 5% έναντι 7% στην Ε.Ε.), ενώ η ιδιωτική δαπάνη (απευθείας από την τσέπη των ασθενών) αγγίζει το 40% – ένα από τα υψηλότερα στην Ευρώπη.
Και η επίσημη έκθεση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (ΟΚΕ), που συνοδεύει το σχέδιο νόμου, καταγράφει ότι δεν αντιμετωπίζονται τα θεμελιώδη προβλήματα του συστήματος: η υποχρηματοδότηση, οι καθυστερήσεις, οι ανισότητες και η αύξηση της ιδιωτικής δαπάνης. Επισημαίνει επίσης την απουσία πραγματικής διαβούλευσης και τεκμηρίωσης.
Η κατεύθυνση του σχεδίου νόμου είναι σαφής: συρρίκνωση της δημόσιας ευθύνης, ενίσχυση της ιδιωτικής κερδοφορίας και μετακύλιση του κόστους στους πολίτες.
Γι’ αυτό και πρέπει να αποσυρθεί και να αντικατασταθεί από ένα νέο με αφετηρία τις ανάγκες όλων των πολιτών και τις αρχές της καθολικότητας, της ισότητας και της αλληλεγγύης. Τις οποίες η κυβέρνηση Μητσοτάκη δυστυχώς απεχθάνεται.
* Πρώην αναπληρωτής διοικητής στο ΓΝΕ «Θριάσιο»
