Σε μια εποχή που η πολιτική συχνά χάνει την αλήθεια της, οφείλουμε να είμαστε στο πλευρό των πολιτικών, που κρατούν τη φλόγα της αλήθειας αναμμένη, όπως ο βουλευτής Μανώλης Χριστοδουλάκης, εκείνους δηλαδή, που δεν φοβούνται να υπερασπιστούν το δημόσιο συμφέρον και την εντιμότητα.
Υπάρχουν λέξεις που, όταν χρησιμοποιούνται καταχρηστικά, χάνουν το νόημά τους. «Αλήθεια» είναι μία απ’ αυτές. Στην εποχή της επικοινωνιακής κυριαρχίας, η αλήθεια δεν αναζητείται, κατασκευάζεται. Και ο μηχανισμός που τη συναρμολογεί, βήμα το βήμα, εικόνα την εικόνα, φράση τη φράση, είναι ο πιο επιτυχημένος προπαγανδιστικός μηχανισμός της σύγχρονης Ελλάδας. Η λεγόμενη Ομάδα Αλήθειας της Νέας Δημοκρατίας.
Εκεί, η πολιτική μετατρέπεται σε θέαμα και ο διάλογος σε κακοστημένο ριάλιτι. Οι λέξεις κόβονται, τα συμφραζόμενα εξαφανίζονται, και η σκέψη αποδομείται για να υπηρετήσει τον στόχο, να παραμείνει το βλέμμα στραμμένο προς την εξουσία, όχι προς την κοινωνία. Έτσι η «Αλήθεια» λειτουργεί ως εργαλείο λήθης, μια καθημερινή έγχυση παραπληροφόρησης που κάνει τον πολίτη να ξεχνά ό,τι θα έπρεπε να θυμάται.
Τον τελευταίο καιρό, ο μηχανισμός αυτός έχει στραφεί με ιδιαίτερη μανία εναντίον στελεχών του ΠΑΣΟΚ. Η ειρωνεία είναι διπλή. Η Δεξιά που επί δεκαετίες αντιμετώπιζε το Κέντρο ως πολιτικό της αντίπαλο, τώρα το παρουσιάζει ως «συγγενή» μόνο και μόνο για να το αποδυναμώσει. Οι επιθέσεις αυτές δεν είναι απλώς προσωπικές, είναι πολιτισμικές. Αποσκοπούν στο να γελοιοποιήσουν οτιδήποτε θυμίζει τη μετριοπάθεια, τη σύνθεση, την πίστη στη δημοκρατική ισορροπία.
Η Ομάδα Αλήθειας δεν είναι απλώς μια διαδικτυακή μονάδα προπαγάνδας, είναι το σύμβολο μιας νέας εποχής πολιτικού κυνισμού. Μιας εποχής όπου η εξουσία δεν χρειάζεται να πείθει, αρκεί να υπερισχύει επικοινωνιακά. Κι όταν ο διάλογος αντικαθίσταται από το τρολάρισμα, η δημοκρατία αρχίζει να υποχωρεί αθόρυβα, όχι με πραξικόπημα, αλλά με like.
Κάποτε η πολιτική στηριζόταν στη σύγκρουση ιδεών. Τώρα στηρίζεται στην επιβίωση εντυπώσεων. Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, όποιος επιχειρεί να σταθεί νηφάλια, να μιλήσει για αξίες, θεσμούς ή κοινωνική συνοχή, αντιμετωπίζεται ως «γραφικός». Η υπονόμευση της κεντροαριστεράς δεν είναι πια αποτέλεσμα ιδεολογικής αντιπαράθεσης, αλλά μιας διαρκούς ψηφιακής διαπόμπευσης που διαμορφώνει συνειδήσεις πιο αποτελεσματικά απ’ ό,τι θα μπορούσε ποτέ μια πολιτική ομιλία.
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη θολή ατμόσφαιρα, η ανάγκη για έναν νέο δημοκρατικό λόγο παραμένει επιτακτική. Η κεντροαριστερά, αν θέλει να επιβιώσει, οφείλει να ξαναβρεί όχι απλώς το πρόγραμμα ή τον ηγέτη της, αλλά την ηθική της πυξίδα, τη βαθιά πίστη ότι η πολιτική μπορεί να είναι πράξη αλήθειας και όχι εργαλείο εξαπάτησης. Να θυμίσει στους πολίτες πως η αλήθεια δεν είναι προϊόν marketing, αλλά πράξη ευθύνης.
Γιατί όσο η «Αλήθεια» θα παραμένει ιδιοκτησία των ισχυρών, τόσο η Δημοκρατία θα μικραίνει, και η κοινωνία θα ξεχνά ότι κάποτε είχε φωνή.
*Υπ. Διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου
