O Brian Arthur, Ιρλανδός οικονομολόγος, στο βιβλίο του «Η φύση της τεχνολογίας» έγραφε ότι τα μέσα με τα οποία εκφράζονται οι «βασικοί νόμοι αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου και τα πρότυπα που σχηματίζουν αλλάζουν και αναδιαμορφώνονται και αυτά με την πάροδο του χρόνου. Κάθε νέο πρότυπο, κάθε νέο σύνολο διευθετήσεων παράγει μια νέα δομή για τη οικονομία και η παλιά δομή παύει να υπάρχει, αλλά τα υποκείμενα συστατικά που τη διαμορφώνουν, οι βασικοί νόμοι, παραμένουν πάντα τα ίδια». Γι’ αυτό ο Μαρξ από παλιά έγραφε ότι «η αστική κοινωνία αναπαράγει με τις δικές της μορφές όλα εκείνα εναντίον των οποίων είχε εξεγερθεί την περίοδο της φεουδαρχίας και του απολυταρχισμού». Οι μορφές αλλάζουν, αλλά η ουσία παραμένει η ίδια. Αυτό σημαίνουν το 13ωρο που διαλύει τον εργαζόμενο, οι ευέλικτες μορφές εργασίας, η περιστασιακή εργασία, που τον εξαθλιώνουν. Η παρένθεση της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου, που το αντίπαλο ιδεολογικό δέος της ΕΣΣΔ ανάγκαζε στη Δύση το κεφάλαιο να αυτοπεριορίζεται, έκλεισε ανεπιστρεπτί, γι’ αυτό ανακαλεί όλες τις παραχωρήσεις του επιτείνοντας την επιθετικότητά του.
Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Διότι το κεφάλαιο, όπως μας λέει ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ, μπορεί να αναπαράγεται συστηματικά μόνο μέσω της εμπορευματοποίησης της εργατικής δύναμης, γιατί αυτή η εμπορευματοποίηση λύνει το πρόβλημα του πώς να παράγεται η ανισότητα του κέρδους από ένα σύστημα ανταλλαγής στην αγορά που φαινομενικά βασίζεται στην ισότητα. Πουλάς την εργατική σου δύναμη ως εμπόρευμα και ο εργοδότης την αγοράζει, όπως αγοράζει ένα εμπόρευμα από την αγορά. Εμφανίζεται δηλαδή ως ισότιμη συναλλαγή. Ομως το κεφάλαιο έχει το μονοπώλιο των μέσων παραγωγής, εργοστασίων, επιχειρήσεων. Πόσο ισότιμη μπορεί να είναι η συναλλαγή;
Οι εργασιακοί νόμοι της κυβέρνησης με εξοντωτικό χαρακτήρα, που δεν σέβονται τον εργαζόμενο ως πολίτη διότι δεν του δίνουν καν τη δυνατότητα να δίνει νόημα και ζωή στα δικαιώματα που πηγάζουν από την πολιτική ελευθερία, αποπνέουν έντονα ταξικό ρατσισμό ο οποίος έχει μακρόχρονη πορεία στην Ευρώπη. Η εξομοίωση των εργαζόμενων τάξεων με «κατώτερη φυλή» έγινε ένα κλισέ της ευρωπαϊκής κουλτούρας στην εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού. Ο ορισμός του ταξικού εχθρού με φυλετικούς όρους ήταν πολύ παλαιότερο φαινόμενο. Ο Γκουστάβ Λε Μπον (1841-1931) για παράδειγμα υποστήριζε ότι υπάρχει ουσιαστική ομοιότητα ανάμεσα στις «κατώτερες φυλές» και τις υποδεέστερες τάξεις. Γι’ αυτόν οι τελευταίες αποτελούσαν τους «αγρίους» του πολιτισμένου κόσμου, τον οποίο απειλούσαν από τα μέσα σαν ένα είδος βαρβαρικής επιβίωσης: «Τα χαμηλότερα στρώματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών, έγραφε, είναι ομόλογα με τα πρωτόγονα πλάσματα». Η απόσταση ανάμεσα στις κυρίαρχες ελίτ και το προλεταριάτο των πόλεων ήταν στα μάτια του «το ίδιο μεγάλη με την απόσταση που χωρίζει τον λευκό από τον νέγρο». Αυτός ο «κοινωνικός βιολογισμός», σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του Σαρτρ, ανάγεται στην εποχή της βιομηχανικής επανάστασης και επικαιροποείται, επανέρχεται σήμερα με νομοθετικές πράξεις; Πόσο σέβεσαι ως ισότιμο πολίτη και άνθρωπο τον εργαζόμενο θεσπίζοντας το 13ωρο και τις άλλες «μεταρρυθμίσεις» που το συνοδεύουν;.
Γιατί δεν υπάρχουν μαζικές αντιδράσεις; Θα επαναλάβουμε πως το πρόβλημα είναι ότι οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα δεν εκπροσωπούνται συνδικαλιστικά ώστε να μπορούν να αντιδράσουν μαζικά. Θα θυμίσουμε πάλι ότι ο Ευάγγελος Βενιζέλος, καίτοι πρόεδρος στο παρελθόν αστικού κόμματος που ταυτίστηκε με τα μνημόνια, σε συνέντευξή του στην εκπομπή «Επτά» της ΕΡΤ1 στις 12/6/2021 με αφορμή το τότε εργασιακό έκτρωμα με εμπνευστή τον κ. Χατζηδάκη, που προετοίμασε το έδαφος για όσα εκτρώματα μεσαιωνικού χαρακτήρα ακολούθησαν, είχε πει: «O εργαζόμενος (του ιδιωτικού τομέα) είναι πάντα το αδύνατο μέρος, αλλά πρέπει να ξέρουμε ότι ο εργαζόμενος δεν εκπροσωπείται συνδικαλιστικά. Οπως υπάρχει πολιτική υποαντιπροσώπευση, υπάρχει και συνδικαλιστική υποαντιπροσώπευση. Τα συνδικαλιστικά όργανα του ιδιωτικού τομέα στην πραγματικότητα εκφράζουν κατά πλειοψηφία τους εργαζόμενους στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του δημόσιου τομέα ή του σχεδόν δημόσιου, δηλαδή στις μεγάλες επιχειρήσεις οι οποίες ήταν παλιά κοινωφελείς επιχειρήσεις». Αυτή ήταν η τοποθέτησή του στην εμμονή της δημοσιογράφου ότι οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα εκπροσωπούνται από το «μεγάλο συνδικαλιστικό όργανο που είναι η ΓΣΕΕ». Ομως πώς συμβαίνει η ΓΣΕΕ να μην εκπροσωπεί παρά μόνον τύποις τους εργατοϋπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα;
Ως μοχλός αξιοποιήθηκαν οι ΔΕΚΟ που χαρακτηρίστηκαν Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ) με πρόσχημα τη λειτουργία τους με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια με σκοπό όμως την ένταξη των υπαλλήλων τους στη ΓΣΕΕ και επιδίωξη τη νόθευση του συνδικαλιστικού κινήματος και τον έλεγχο των αντιδράσεων του ιδιωτικού τομέα. Είναι όμως δυνατόν υπάλληλοι των ΔΕΚΟ να εκπροσωπούν τους εργατοϋπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα που δεν γνωρίζουν τι ξημερώνει η επόμενη μέρα; Αλλες συνθήκες και σχέσεις εργασίας, αγεφύρωτη διαφορά στις αποδοχές, βεβαιότητα έναντι της καθημερινής αβεβαιότητας, συνδικαλιστικές άδειες και προνόμια που προκαλούν. Το αποτέλεσμα είναι η ΓΣΕΕ να ελέγχεται πλήρως από εκπροσώπους των ΔΕΚΟ και η διοίκηση της ΓΣΕΕ από εκπροσώπους των εργατοϋπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα έγινε κρατικοδίαιτη.
*Τ. αρχιμηχανικος ΟΣΕ, πολιτικός μηχανικός ΑΠΘ
