Προφανώς οι παρατηρήσεις μιας πολιτικής ανάλυσης -εκτός από τη μικρή σημασία του δημοσιογραφικού χαρακτήρα- είναι τροχιοδεικτικά ανησυχίας ή και εκκλήσεις για αλλαγή πλεύσης. Σώζεται η υπόθεση της χώρας; Πάντα υπάρχουν δυνατότητες, παρότι οι παράγοντες και οι συνθήκες μεταβάλλονται και, σήμερα, μεταβάλλονται δυσμενώς. Δυστυχώς, ορισμένα μοτίβα, αυτά που δίνουν τον ρυθμό, μένουν αναλλοίωτα στο σύστημα. Τα παθήματα δεν έγιναν μαθήματα.
Το «μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα», το μοναδικό πλαίσιο με το οποίο πορεύεται η κυβέρνηση, είναι σαθρό. Αντί να μεταρρυθμίζει, επιτείνει τον κοινωνικό εμπαιγμό, την αποδιάρθρωση των πυλώνων της κοινωνίας και οικονομίας. Γίνεται επιλεκτικά, σπάταλα και με καταδολίευση των εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων. Με αναμενόμενο ρυθμό, η τοξικότητα, οι εσωτερικές διακρίσεις (εμείς οι καλοί κυβερνητικοί πατριώτες και εσείς οι κακοί συνωμοσιολόγοι, ανθέλληνες και προδότες αντιπολιτευόμενοι), ο κουτσαβακισμός, η ειρωνεία και η αλαζονεία μετατρέπονται σε επιχειρήματα ενός υπονομευτικού διαλόγου που διαλύει τα πάντα. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που βλέπουν οι περισσότεροι.
Το σημερινό υπόδειγμα κινείται γύρω από την ειλικρινή παραδοχή του πρωθυπουργού: «Με ενδιαφέρει η επικοινωνία και όχι η ουσία». Ομως οι συνέπειες ήδη έχουν πάρει αποστάσεις από τις κοινωνικές ανάγκες και προσδοκίες. Πρώτον, γιατί δεν έχουν εθνικό ορίζοντα, δεύτερον, γιατί αναπαράγουν εθνικές αδικίες, τρίτον, γιατί δεν θεραπεύουν εθνικές στρεβλώσεις, τέταρτον, γιατί δεν αντέχουν σε καμία επιστημονική, νηφάλια, εσωτερική και διεθνή λογική. Οι ανοησίες έχουν γίνει κανόνας.
Το κέντρο στόχου είναι η κυβερνητική αυτοδυναμία με κάθε μέσον – πράγμα δύσκολο με βάση όλες τις δημοσκοπικές αποτυπώσεις. Στην ερώτηση «Τι συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα;», η απάντηση αναγκαστικά συμπεριλαμβάνει το «επιτελικό κράτος». Το επιτελικό κράτος λειτούργησε ως οργανωμένο δίκτυο προστασίας και προώθησης των πολιτικών συμφερόντων της οικογένειας ή και των οικονομικών συμφερόντων των ολιγοπωλίων. Δεν λειτούργησε προς όφελος της κοινωνίας. Το ζύγι γέρνει προς τη μεριά του αύξοντος κοινωνικού κόστους. Και, για μία ακόμα φορά, το επιχείρημα είναι φτωχό. Ενα σχέδιο συνταύτισης των προσωπικών συμφερόντων των μελών της κοινοβουλευτικής ομάδας της Ν.Δ. (μια ομηρία, προκειμένου να επανεκλεγούν), με τη σωτηρία της κυβέρνησης Μητσοτάκη και, άρα, της πατρίδας. Η προτροπή είναι άμεση και ξεκάθαρη. Εάν θέλετε να επανεκλεγείτε, να βάλετε πλάτη· δηλαδή, οφείλετε να εκθειάσετε τη συντελεσμένη ύβρη και την αποδεδειγμένη διαφθορά· να δικαιολογήσετε τα αδικαιολόγητα· πρέπει να λέτε πόσο καλά τα πάει η κυβέρνηση, άρα, η πατρίδα. Τα πορτπαρόλια το κάνουν και, όσο το κάνουν, τα πράγματα επιδεινώνονται.
Βλέπετε, ο λογαριασμός δεν βγαίνει, γιατί υπάρχει το ασυμμάζευτο των πραγμάτων. Αλλα επιλέγει να κάνει η κυβέρνηση και άλλα θέλει η κοινωνία. Η κοινωνία θέλει το μερίδιό της από την εθνική παραγωγή και οι ανισότητες αυξάνονται. Η κοινωνία θέλει κοινωνική δικαιοσύνη και το αίσθημα των αδικιών είναι κυρίαρχο – γεγονός που επιτείνει τη φτώχεια. Η κοινωνία θέλει την αξιοκρατία και η αναξιοκρατία κυριαρχεί σε όλα τα επίπεδα. Γιατί, άραγε, βλέπουμε τα παιδιά μας να πηγαίνουν σε άλλες χώρες; Η κοινωνία ζητάει και ορισμένες αλήθειες και αντί γι’ αυτό εισπράττει ωραιοποιήσεις, αποκρύψεις, ψέματα και αλαζονείες, έχοντας βέβαια προεισπράξει παράνομες υποκλοπές, την τραγωδία των Τεμπών, την οργανωμένη κομματική διαφθορά του ΟΠΕΚΕΠΕ – για να μείνουμε μόνο σε αυτά. Η κοινωνία θέλει, κυρίως, θεσμική καθαρότητα και λογοδοσία και εισπράττει έλεγχο της Δικαιοσύνης, έλεγχο των ΜΜΕ, παραβιάσεις του Συντάγματος, καταστολή μέσω μηχανισμών ελέγχου και αλλαγή της δημόσιας ατζέντας «όποτε μας ζώνουν τα φίδια». Μαθαίνουμε το βρακί του κάθε παραβατικού τύπου, αλλά δεν μαθαίνουμε τίποτα ούτε για τη λογική ούτε για το νόημα ούτε για τον συμβολισμό της φλοτίλας της διεθνούς αλληλεγγύης και για όσα διαδραματίζονται στη Γάζα. Να μη γράψουμε κάτι, να μην πούμε κάτι αρνητικό, να μη δυσαρεστήσουμε την κυβέρνηση και ενοχλήσουμε τον δημοκράτη φίλο μας Νετανιάχου. Και όλα αυτά συμβαίνουν επειδή ο πρωθυπουργός, εκτός των άλλων πολυτελειών που κρατά για τον εαυτό του, θεωρεί πολυτέλεια να χάσει την κυβέρνηση στην οποία θα είναι εκλεγμένος προϊστάμενος. Βέβαια, το ότι με όσα κάνει δεν μπορεί να υποστηρίξει αυτό το σχέδιο, το ξέρουν και οι πέτρες. Και εδώ αρχίζει το βάσανό του: η αμφισβήτησή του στο εσωτερικό της Ν.Δ.
Η παρατήρηση εδώ έχει να κάνει μόνο με όψεις πολιτικών επιλογών. Το ζήτημα του πολιτικού συστήματος εν Ελλάδι και της νομιμοποίησής του δεν εδράζεται απλά στον πολυκερματισμό και την αναποτελεσματικότητα της αντιπολίτευσης. Εχει να κάνει με εγγενή κουσούρια που εμφανίζονται ως αρετές της συγκεκριμένης επιτελικής κυβέρνησης: αποτυχία κυβέρνησης μαζί με την αποτυχία της αγοράς, υποβάθμιση της χώρας στη διεθνή σκηνή και, κυρίως, στη γειτονιά, σκάνδαλα, συγκαλύψεις, άλωση θεσμών και Ανεξάρτητων Αρχών, φτώχεια, αίσθημα ασφυξίας και διάχυτης αδικίας, παραγκωνισμός της κοινωνίας των πολιτών. Και αυτές οι όψεις λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές εθνικής παρακμής.
