ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αθηνά Κουφοπάνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με διαδικασίες-εξπρές έφερε η κυβέρνηση το σχέδιο για τη λειτουργία εργοστασίων καύσης σκουπιδιών σε όλη την Ελλάδα, με τη διαβούλευση να παρατείνεται ώς τις 17 Οκτωβρίου. Τα έξι εργοστάσια καύσης (Ροδόπη ή Ξάνθη, Κοζάνη, Αρκαδία ή Αχαΐα ή Ηλεία, Βοιωτία, Αττική, Ηράκλειο) θα τροφοδοτούνται με «καύσιμα» από ένα δίκτυο 56 Μονάδων Ανακύκλωσης-Ανάκτησης (ΜΑΑ), που σχεδιάζονται εδώ και χρόνια χωρίς να έχουν λειτουργήσει ακόμα στις μεγάλες πόλεις. Στόχος της κυβέρνησης είναι όλο αυτό το δίκτυο ομοειδών έργων να τεθεί σε λειτουργία το 2029.

Οι επιπτώσεις για περιβάλλον και υγεία

Η καύση απορριμμάτων -ακόμη και στις πιο σύγχρονες μονάδες- εκπέμπει διοξίνες, φουράνια, βαρέα μέταλλα και άλλους τοξικούς ρύπους. Η τεχνολογία της καύσης δεν εξαϋλώνει τα καιόμενα απόβλητα, αλλά τα μετατρέπει σε αέρια, στάχτη (τέφρα) και σε άλλα στερεά και υγρά υπολείμματα, ορισμένα από τα οποία είναι πολύ πιο επικίνδυνα στη διαχείριση από τα αρχικά απόβλητα.

Το κυριότερο πρόβλημα σε σύγκριση με τη βιομηχανική καύση παραδοσιακών καυσίμων είναι η μεγάλη «σούπα» των χημικών ενώσεων που περιέχονται στα απόβλητα τα οποία εισάγονται στους κλιβάνους, σχηματίζοντας ενώσεις «φρανκενστάιν» όπως οι διοξίνες. Αυτές δρουν ως ισχυρές περιβαλλοντικές ορμόνες και δεν σχηματίζονται με κανέναν αυθόρμητο μηχανισμό στη φύση. Είναι βιοσυσσωρευτικές, εμβρυοτοξικές, καρκινογόνοι και τερατογόνοι. Είναι ιδιαίτερα επικίνδυνες για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, ακόμα και σε πολύ μικρές ποσότητες. Σχηματίζονται αποδεδειγμένα και από την καύση των επεξεργασμένων προϊόντων, όπως τα RDF/SRF, τα οποία περιέχουν 40-60% πλαστικό, υφάσματα και συνθετικό καουτσούκ, σε συνδυασμό με ξύλο και λευκασμένο χαρτί που περιέχει ίχνη χλωρίου, στοιχείο που ευθύνεται για τον σχηματισμό των διοξινών.

Τα φίλτρα δεν εξαϋλώνουν τους ρύπους, αλλά τους μεταφέρουν από τα καυσαέρια στην τέφρα των φίλτρων η οποία είναι πολλές φορές πιο τοξική. Επιπλέον, κανένα φίλτρο δεν συγκρατεί τα «υπέρλεπτα» σωματίδια με διάμετρο κάτω των 2,5μm, που είναι τα πιο διεισδυτικά και επικίνδυνα για την ανθρώπινη υγεία. Πάνω τους προσκολλώνται οι τοξικές ενώσεις και αυτά δεν είναι δυνατόν να καταγραφούν και να ταξινομηθούν από καμία υπαρκτή εγκατάσταση αντιρρύπανσης.

Σε αποδρομή η καύση σκουπιδιών στην Ε.Ε.

Σήμερα, η καύση απορριμμάτων εγκαταλείπεται σταδιακά από το ευρωπαϊκό κεφάλαιο για δύο βασικούς λόγους: Πρώτον, τα εργοστάσια καύσης απαιτούν σταθερή παροχή απορριμμάτων για μακρά χρονικά διαστήματα προκειμένου να είναι κερδοφόρα και συχνά η επένδυση στην καύση κρίνεται μη αποδοτική για το κεφάλαιο. Δεύτερον, η καύση καταστρέφει υλικά – ΔΕΝ τα ανακυκλώνει. Αλλάζει διά παντός τη χημική τους σύσταση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί ξανά το πλαστικό, το χαρτί ή το οργανικό υλικό που κάηκε. Αυτό αποτελεί πρόβλημα για μια Ευρώπη που πάσχει από έλλειψη πόρων, επιδιώκει την απεξάρτηση από τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες και χρειάζεται όσο οργανικό υλικό μπορεί να «σώσει». Το αποτέλεσμα είναι να πληθαίνουν οι συστημικές φωνές υπέρ της «κυκλικής οικονομίας» που προωθούν την ανακύκλωση και την επανάχρηση, κατακρίνοντας την καύση ως μια γραμμική πρακτική (παράγω-καταναλώνω-καίω) που δεν επιστρέφει τίποτα πίσω στο σύστημα. Ετσι, πέρα από το σχέδιο μείωσης του ποσοστού των αποβλήτων που θάβονται στους ΧΥΤΑ, πλέον στα ευρωπαϊκά σαλόνια συζητείται και η μείωση της καύσης. Ετσι, η κατασκευή μονάδων καύσης δεν χρηματοδοτείται πλέον από την Ε.Ε.

Προς τι λοιπόν το σχέδιο της κυβέρνησης;

Για τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. το 2010, 2013 και 2020 είχαν τεθεί στόχοι μείωσης των απορριμμάτων που κατευθύνονται σε ΧΥΤΑ στο 75%, 50% και 35% αντίστοιχα (σε σύγκριση με το 1995), ενώ για το 2035 ο πήχης μπήκε στο 10% (μάλιστα η Ελλάδα τον έθεσε μόνη της στο 2030). Σήμερα, το πραγματικό ποσοστό των απορριμμάτων που οδηγούνται σε ΧΥΤΑ στην Ελλάδα κυμαίνεται σε 80-90%, περίπου όσο και πριν από δύο δεκαετίες. Το φαγοπότι με τα «σπιτάκια της ανακύκλωσης» υπενθύμισε το γιατί. Και εδώ έρχεται το μεγάλο πολιτικό πρόβλημα που λέγεται ευρωπαϊκά πρόστιμα, τα οποία στο εξής αυξάνονται κλιμακωτά κάθε χρόνο. Το «τέλος υγειονομικής ταφής» που άρχισε να εφαρμόζεται από το 2022 και κατέληξε στα δημοτικά τέλη κι από εκεί στους λογαριασμούς ρεύματος έγινε πολιτικός πονοκέφαλος για το ΥΠΕΝ.

Στην πραγματικότητα, κανένας «στρατηγικός εθνικός σχεδιασμός» δεν υπάρχει. Μόνο φαστ τρακ αποφάσεις μπροστά στη μεγάλη κρίση που επίκειται στη διαχείριση αποβλήτων στην Ελλάδα. Η πολιτική της αρπαχτής και του μπαλώματος στη χώρα του ΟΠΕΚΕΠΕ θέλει τώρα μια εύκολη και γρήγορη λύση για να δείξει ότι κινείται προς τον στόχο της μείωσης της υγειονομικής ταφής στο 10%. Είναι διατεθειμένη να χρηματοδοτήσει με ιδίους πόρους τη δημιουργία των εργοστασίων καύσης (πάνω από 1 δισ. ευρώ) και να δεσμευτεί με μακροχρόνιες συμβάσεις 25-30 ετών με τους ιδιώτες (ΣΔΙΤ) και με εγγυημένη κερδοφορία από το Δημόσιο προκειμένου να το πετύχει.

Ο μεγάλος ένοχος, η Ε.Ε., είναι διατεθειμένος να δείξει τώρα… κατανόηση που προωθείται εκτάκτως η καύση στην περίπτωση της «καθυστερημένης» Ελλάδας. Την ίδια ώρα οι δήμοι (οι δημότες δηλαδή) θα κληθούν να πληρώσουν το μάρμαρο της καύσης μέσω των δημοτικών τελών (gate fee), παράλληλα με τα πρόστιμα που τρέχουν.

Η αποφασιστική σύγκρουση με το βιομηχανικό κεφάλαιο και την κυβέρνηση για την ακύρωση της καύσης απαιτεί ένα συνειδητό λαϊκό κίνημα, απαλλαγμένο από το βάρος να εφεύρει «ρεαλιστικές λύσεις» για λογαριασμό ενός σάπιου συστήματος που βάζει την αρπαχτή και το κέρδος πάνω από την ασφάλεια και τη ζωή των ανθρώπων. Το σύνθημα «Οχι στα εργοστάσια καύσης – Να μην περάσει το σχέδιο του ΥΠΕΝ» είναι το μόνο που μπορεί να εκφράσει τον δίκαιο αγώνα του λαού για το δικαίωμα στον καθαρό αέρα, την υγεία και τη ζωή.

* Συνταξιούχος καθηγητής, Κοζάνη
**Συνταξιούχος χημικός μηχανικός, Ξάνθη, στελέχη του ΚΚΕ(μ-λ)