«Ποια είναι η ιθαγένειά σας; Είστε βέβαιοι ότι προέρχεστε από εκεί που δηλώνετε;». Με αυτήν την ερώτηση -τυπική, «στα χαρτιά», για τη διαδικασία ασύλου- ξεκινά για χιλιάδες αιτούντες μια πορεία αμφισβήτησης και αποκλεισμού. Το ερώτημα λειτουργεί σαν φίλτρο. Ενεργοποιεί ένα συστημικό και νεοαποικιοκρατικό καθεστώς, όπου η προστασία εξαρτάται από αυθαίρετες ερμηνείες, αδιαφανείς διαδικασίες και πολιτικές σκοπιμότητες.
Σύμφωνα με τη Fenix Humanitarian Legal Aid, οργάνωση νομικής υποστήριξης σε αιτούντες άσυλο και πρόσφυγες στη Λέσβο, οι διαδικασίες καθορισμού ιθαγένειας -που υποτίθεται ότι αποτελούν ένα τεχνικό βήμα της διαδικασίας ασύλου- έχουν καταστεί βασική πηγή αποκλεισμού. Αντί να προσφέρουν σαφήνεια, συχνά εδραιώνουν την αβεβαιότητα, αφήνοντας ανθρώπους εκτός της προστασίας τόσο της χώρας καταγωγής τους όσο και των ευρωπαϊκών κρατών όπου αναζητούν άσυλο.
Παρότι η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Ασυλο ορίζει ότι οι Αρχές δεν πρέπει να τιμωρούν όσους δεν διαθέτουν έγγραφα, η πραγματικότητα αποκλίνει έντονα από αυτήν την αρχή. Οι αιτούντες συχνά απορρίπτονται επειδή δεν μπορούν να παρουσιάσουν ληξιαρχικές πράξεις, διαβατήρια ή ταυτότητες – έγγραφα που πολλοί χάνουν κατά τη φυγή από τις συγκρούσεις. Αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο για όλους εκείνους που εγκατέλειψαν πόλεις υπό βομβαρδισμό με ελάχιστα υπάρχοντα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι Αφγανοί, οι οποίοι αντιμετωπίζουν πρόσθετα εμπόδια, καθώς οι εθνικές τους ταυτότητες (tazkiras) εκδίδονται ασυνεπώς και συχνά δεν είναι διαθέσιμες λόγω κατάρρευσης των κρατικών μηχανισμών.
Παράλληλα, οι Παλαιστίνιοι βρίσκονται σε ακόμα πιο εύθραυστη θέση: πολλοί κατέχουν μόνο ταξιδιωτικά έγγραφα προσφύγων που εκδίδονται από τον Λίβανο, την Ιορδανία ή τη Συρία στο πλαίσιο της UNRWA, τα οποία ορισμένες ευρωπαϊκές αρχές δεν αποδέχονται ως απόδειξη ιθαγένειας. Οι Κούρδοι από το Ιράκ, τη Συρία ή την Τουρκία αντιμετωπίζουν επίσης προβλήματα, καθώς η εθνοτική τους ταυτότητα περιπλέκει τις διαδικασίες όταν τα αρχεία είναι ελλιπή ή έχουν κατασταλεί.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η έλλειψη εναρμονισμένων ευρωπαϊκών προτύπων σημαίνει ότι τα αποτελέσματα εξαρτώνται από το πού κατατίθεται η αίτηση. Αυτό που θεωρείται επαρκής απόδειξη στη Γερμανία, μπορεί να απορριφθεί στην Ελλάδα ή στην Ουγγαρία, αφήνοντας την προστασία στην τύχη της γεωγραφίας.
Τι συμβαίνει στην Ελλάδα ωστόσο; Η Refugee Support Aegean μόνο το 2024 κατέγραψε αυξανόμενο ποσοστό αιτήσεων που είτε απορρίφθηκαν είτε παρέμειναν εκκρεμείς λόγω αμφισβήτησης της ιθαγένειας. Χιλιάδες αιτούντες εγκλωβίστηκαν για χρόνια σε κέντρα υποδοχής, όπου η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες ήταν εξαιρετικά περιορισμένη. Η πρωτοβάθμια υγειονομική περίθαλψη παρεχόταν αποσπασματικά, με ελλείψεις σε φάρμακα και ιατρικό προσωπικό. Ταυτόχρονα, η κατάσταση επιδεινωνόταν από το θεσμικό πρόβλημα με την έκδοση ΑΜΚΑ ή, πιο πρόσφατα, του ΠΑΥΠΑΑ καθώς πολλοί αιτούντες έμεναν για μήνες χωρίς αριθμό κοινωνικής ασφάλισης και άρα χωρίς ουσιαστική πρόσβαση στο Εθνικό Σύστημα Υγείας – που είναι απαραίτητο κριτήριο ακόμα και για τον εμβολιασμό των παιδιών. Ταυτόχρονα, η εκπαίδευση για τα παιδιά ήταν ανεπαρκής, με λίγες θέσεις σε δημόσια σχολεία (ή αποκλεισμό λόγω έλλειψης εμβολιασμού) και ελλιπείς δομές μη τυπικής μάθησης. Ακόμα και η πρόσβαση σε βασικές διοικητικές υπηρεσίες, όπως κοινωνική πρόνοια ή έκδοση εγγράφων, καθυστερούσε ή εμποδιζόταν.
Στην περίπτωση της ιθαγένειας, τα παιδιά είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένα. Η Fenix κατέγραψε περιπτώσεις βρεφών που γεννήθηκαν σε καθεστώς εκτοπισμού από Σύρους και Κούρδους γονείς χωρίς χαρτιά για να δηλώσουν τις γεννήσεις τους. Χωρίς ιθαγένεια, τα παιδιά αυτά είναι νομικά αόρατα. Η UNICEF προειδοποίησε ότι αυτές ακριβώς οι συνθήκες δημιουργούν μια νέα γενιά ανιθαγενών ανηλίκων στην Ευρώπη, σε κατάφωρη παραβίαση της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού.
Η έλλειψη ενιαίων κανόνων στις διαδικασίες ιθαγένειας αναδεικνύει, ωστόσο, ένα βαθύτερο πρόβλημα. Μια υπηρεσία ασύλου μπορεί να θεωρήσει την έλλειψη διαβατηρίου κατανοητή, ενώ μια άλλη τη χρησιμοποιεί ως λόγο απόρριψης. Οι ανιθαγενείς -Παλαιστίνιοι, Ροχίνγκια ή μακροχρόνια εκτοπισμένοι Κούρδοι- υποφέρουν ακόμα περισσότερο, αφού τα περισσότερα κράτη της Ε.Ε. δεν διαθέτουν επίσημες διαδικασίες αναγνώρισης ανιθαγενών. Παράλληλα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει αποφανθεί ότι η αυθαίρετη διαδικασία παραβιάζει το δικαίωμα σε αποτελεσματική προσφυγή. Ωστόσο, η αυθαιρεσία φαίνεται να αποτελεί τον κανόνα στις υποθέσεις ιθαγένειας, διαβρώνοντας τη νομική ασφάλεια που θα έπρεπε να στηρίζει το ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου. Οχι;
Για να διατηρηθεί η αξιοπιστία του συστήματος ασύλου, οι διαδικασίες ιθαγένειας πρέπει να αναθεωρηθούν. Η πορεία είναι σαφής: δεσμευτικά ευρωπαϊκά πρότυπα, επίσημοι μηχανισμοί αναγνώρισης ανιθαγενών, ειδική εκπαίδευση για χειριστές υποθέσεων, ανεξάρτητη εποπτεία και παιδοκεντρικές εγγυήσεις ώστε οι ανήλικοι να μη μένουν χωρίς ιθαγένεια. Τα εργαλεία υπάρχουν ήδη. Ο φετινός οδηγός της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Ασυλο δίνει σαφή κατεύθυνση, ενώ η Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ παρέχει οδηγίες εδώ και δεκαετίες – χωρίς, ωστόσο, εφαρμογή!
Και πέρα από την ιθαγένεια…
Ακόμα κι αν η ιθαγένεια παραμένει κομβικό ζήτημα, το 2025 φέρνει νέα εμπόδια που αποκαλύπτουν μια γενικότερη συρρίκνωση των εγγυήσεων ασύλου. Σε όλη την Ε.Ε. τα εκκρεμή αιτήματα ασύλου εκτοξεύτηκαν, με χιλιάδες υποθέσεις πρώτου βαθμού να παραμένουν ανοιχτές στα μέσα του έτους. Στην Ολλανδία και τη Γερμανία χιλιάδες εγκλωβίστηκαν σε υπερπλήρη κέντρα φιλοξενίας, ακόμα και σε σκηνές, με περιορισμένη πρόσβαση σε υγεία. Τα νομικά εχέγγυα επίσης περιορίστηκαν. Το νέο Σύμφωνο Μετανάστευσης της Ε.Ε., που εφαρμόζεται σταδιακά, δίνει έμφαση σε ταχείες διαδικασίες στα σύνορα και σε επιστροφές, με τον κίνδυνο περίπλοκες υποθέσεις -όπως των ανιθαγενών- να εξετάζονται βιαστικά χωρίς ουσιαστικό έλεγχο.
Παράλληλα, η κράτηση επεκτείνεται. Ιταλία, Ελλάδα και Ουγγαρία αύξησαν τη χρήση κλειστών κέντρων, κρατώντας αιτούντες για μήνες μέχρι να επιβεβαιωθεί η ταυτότητά τους. Ταυτόχρονα, η Δανία και η Αυστρία συζητούν μοντέλα εξωεδαφικής επεξεργασίας αιτημάτων, ενώ η Ιταλία προχώρησε σε συμφωνία με την Αλβανία για εξωτερική διαχείριση ασύλου.
Η Ευρώπη έχει οικοδομήσει ένα καθεστώς αμφισβήτησης, καθυστερήσεων και αποκλεισμών που μοιάζει περισσότερο με μηχανισμό ελέγχου, παρά με πλαίσιο προστασίας. Ετσι, η ίδια η «προστασία» μετατρέπεται σε εργαλείο αποτροπής.
Οταν η πρόσβαση σε υγεία, εκπαίδευση και δικαιώματα εξαρτάται από γραφειοκρατικές ερμηνείες, όταν η υπόσχεση του ασύλου χάνεται μέσα σε ατέλειωτες εκκρεμότητες και στρατηγικές «αποθήκευσης» ανθρώπων, τότε ανακύπτει το κρίσιμο ερώτημα: Θέλει η Ευρώπη να υπερασπίζεται πραγματικά τους ευάλωτους; Ή απλώς να διαχειρίζεται την παρουσία τους στα σύνορά της;
*Σύμβουλος Ανθρωπιστικής Συνηγορίας και Επικοινωνίας
