ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Λ. Ευαγγελόπουλος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πώς πρέπει η Αριστερά να στέκει απέναντι στη χρήση της λέξης «πατρίδα» στον πολιτικό της λόγο; Επ’ αυτού του θέματος αξίζει να θυμηθούμε τις ακόλουθες σκέψεις που ανέπτυξε ο Νίκος Πουλαντζάς –απαντώντας στο ερώτημα για το περιεχόμενο και την έννοια της «αμφισβήτησης»– σε άρθρο του στα «Νέα» της 6.5.1978. Ο τίτλος του άρθρου ήταν: «Αμφισβήτηση… Ναι, αλλά ποια;» Εκεί, μεταξύ άλλων, υπογραμμίζει και τα ακόλουθα: «Θα πάω πιο μακριά: η καθολική άρνηση (αμφισβήτηση μ’ αυτή την έννοια) όχι μόνον εκφράζει έναν ουτοπιστικό δρόμο μεταβολής του παλιού, αλλά αποτελεί ένα συστατικό στοιχείο αναπαραγωγής του ίδιου του κατεστημένου. Μια τέτοια αμφισβήτηση είναι λειτουργικά προδιαγεγραμμένη μέσα στο ίδιο το σύστημα επιβίωσης και διαιωνισμού του παλιού, είτε αυτό το παλιό είναι σκέψη είτε ιδεολογία είτε εξουσία, γιατί το παλιό νομιμοποιείται έτσι μέσα από την ολοκληρωτική του αντίθεση με το νέο, περιχαρακώνοντας το νέο στο περιθώριο. Ενας από τους βασικούς τρόπους με τους οποίους η άρχουσα ιδεολογία αναπαράγεται μέσα στις λαϊκές μάζες, είναι με το να επιβάλλεται σ’ αυτές σαν μοντέλο απόλυτα αρνητικής συμπεριφοράς, δηλαδή σαν δεδομένο στο οποίο οι λαϊκές μάζες αντιτίθενται με μια στάση που βρίσκεται στους εκ διαμέτρου αντίποδές του, συμμετέχοντας έτσι στην προβληματική που επιβάλλει η ίδια η άρχουσα ιδεολογία. Κλασικό παράδειγμα: Ενάντια στον αντιδραστικό εθνικισμό της αστικής τάξης, το λαϊκό κίνημα απάντησε επί καιρό με το “Οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα”, δηλαδή με μια καθολική άρνηση της έννοιας του έθνους για την εργατική τάξη και τον σοσιαλισμό, θέση εσφαλμένη, επηρεασμένη από την ίδια την άρχουσα ιδεολογία, και που οδήγησε σε ανυπολόγιστες πολιτικές καταστροφές. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι δεν υπάρχει ωραιότερο δώρο απ’ αυτή τη μορφή αμφισβήτησης για την άρχουσα ιδεολογία που παραμένει έτσι το μόνιμα αναπαραγόμενο και κυρίαρχο στοιχείο αναφοράς, όπως δεν υπάρχει ωραιότερο δώρο για τον σταλινισμό και την κατεστημένη ψυχιατρική από την καθολική άρνηση του μαρξισμού και της ψυχανάλυσης» (βλ. «Ο πολιτικός διανοούμενος Νίκος Πουλαντζάς – Κείμενα 1967-1979», έκδοση της «Εφημερίδας των Συντακτών», 2019, σελ. 156-157).

Στη δημόσια συζήτηση για την εξωτερική πολιτική της χώρας μας, γίνεται συχνά, από ορισμένους, καταχρηστική αναφορά στις έννοιες της πατρίδας και του πατριωτισμού, διότι αποβλέπουν κυρίως στο να διεγείρουν το συναίσθημα και όχι να μιλήσουν στη λογική του κοινού στο οποίο απευθύνονται.

Επομένως, η πληθυντική ελληνική Αριστερά –στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το σοσιαλδημοκρατικό ΠΑΣΟΚ, όσο κι αν κάποιοι θέλουν να το ρίξουν στην αγκάλη της Ν.Δ., έχοντας κατά νου τις προοπτικές μετεκλογικών συνεργασιών– δεν πρέπει, αφενός, για τους λόγους που επεσήμανε ο Νίκος Πουλαντζάς, να υιοθετήσει την ακριβώς αντίθετη στάση, δηλαδή να υποβαθμίσει τη σημασία της έννοιας της πατρίδας στον πολιτικό της λόγο. Αφετέρου, ειδικά στην εξωτερική πολιτική, η ενίοτε με μεσογειακό ταμπεραμέντο εκδηλούμενη αντιπολιτευτική ορμή της απέναντι στις επιλογές της κυβέρνησης της Ν.Δ. του Κυριάκου Μητσοτάκη θα πρέπει κάπως να τιθασευτεί, ώστε εφεξής να υπακούει αταλάντευτα στη λογική της καλής μελέτης των κινήσεων και επιλογών που μπορεί να προτείνει εναλλακτικά, ή ακόμα και συμπληρωματικά, προς εκείνες που η κυβέρνηση ακολουθεί. Μόνον έτσι θα καταστεί και πιο πειστική.

Οσο για το ειλικρινώς γελοίο ψευτοδίλημμα, «Διεθνές δίκαιο ή ισχύς;», που ορισμένοι προβάλλουν, επικαλούμενοι τον τρόπο που –κατά τη δική τους ερμηνεία, η οποία, ας σημειωθεί, δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με αυτήν του Αμερικανού προέδρου– ο Τραμπ χειρίζεται τα θέματα της διεθνούς πολιτικής, ας σημειωθεί το εξής απλό: ακόμα και οι πρωτοετείς φοιτητές κάθε Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στα Πανεπιστήμια της χώρας μας αντιλαμβάνονται άριστα ότι χρειάζεται η ισχύς (πολιτική/διπλωματική, στρατιωτική, οικονομική, τεχνολογική, ακόμα και πολιτισμική) για να ασκηθεί αποτελεσματικά η εξωτερική πολιτική, πάντοτε σύμφωνα με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου (τους οποίους έθεσε η διεθνής κοινότητα των πολιτισμένων, δημοκρατικών κρατών –μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα– προκειμένου να ρυθμίσει και να προαγάγει τη συνεννόηση και τη συνεργασία μεταξύ των μελών της). Με άλλα λόγια, διεθνές δίκαιο και ισχύς πάνε «χέρι χέρι» –για να το πούμε απλά, πλην όμως όχι αδόκιμα–, συνιστώντας όχι μόνον τους κυριότερους παράγοντες για την ασφάλεια και την ευημερία της πατρίδας μας, αλλά και κρίσιμους συντελεστές για τη διαμόρφωση ισορροπιών και τάξης στο διεθνές σύστημα.

* Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας και Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο