Πάντα μέσα στα ενδιαφέροντά μου, προσπαθώντας να βρω ένα κομμάτι μου που να ανήκει στον Συμπαντικό μας Χρόνο, ήταν πολύ συχνά και το χάζεμα (πολλές φορές εξαντλητικό), αυτής της μυστήριας φάρας των μυρμηγκιών. Πανταχού παρόντα, ενοχλητικά για αρκετούς, αυτά τα πλάσματα με εκατομμύρια χρόνια στην εξέλιξή τους, μετρούν περίπου 10.000 γνωστά είδη και η βιομάζα τους στον πλανήτη ξεπερνά σε βάρος όλα τα άλλα ζώα. Εξοπλισμένα με θαυμάσιους αισθητήρες, πιάνουν τον κόσμο τους με την ακρίβεια που χρειάζονται ώστε να βρίσκουν την τροφή τους, να αυτοθυσιάζονται για την εξασφάλιση της συνέχειάς τους, αλλά και να αμύνονται, πολλά από αυτά με τοξίνες που εξακοντίζουν. Τα βλέπεις ακούραστα να περπατούν στους δρόμους που χαράζουν, σίγουρα με τη «σκέψη τους» στη βασίλισσά τους, στη «μάνα τους» δηλαδή, που γεννά συνεχώς τα μικρά της! Κουβαλούν χωρίς να βαρυγκομούν, από το πρωί μέχρι το βράδυ, να θρέψουν τα μικρά τους αδέρφια στη φωλιά, αλλά και τους ίδιους τον χειμώνα. Αν και πέφτουν στον βαθύ ύπνο όταν παραπαγώσει το χώμα.
Ενα από αυτά που τράβηξε την προσοχή μου, εκεί στον κάμπο, ξεχώριζε κάπως, γιατί σαν το θύμωνα σήκωνε την κοιλιά του προς τα επάνω και μια φορά ένιωσα κάτι σαν κάψιμο στο δέρμα. Κατάλαβα πως αυτό το σήκωμα ήταν και ένας πυροβολισμός από καυστικό υγρό. Η δουλειά τους ήταν να βρίσκουν τις μικρές, πράσινες μελίγκρες μιας ιτιάς, δίπλα στο σπίτι, να παίρνουν το ζαχαρωμένο έκκριμά τους και γεμίζοντας την κοιλιά τους, καραβάνια ολάκαιρα, να το μεταφέρουν στη φωλιά τους. Πηγαίνανε με τη μαύρη σηκωμένη κοιλιά τους και γυρίζανε με ένα διαφανές βαρελάκι. Η λεωφόρος σημαδεμένη με σήματα τροχαίας, εδώ με χημικές ουσίες, καθόριζε την πορεία τους. Ελα όμως που αυτή κατέληγε στα παραθυρόφυλλα του διπλανού σπιτιού και η φωλιά είχε φάει τα ξύλα του. Ζημιά λοιπόν στο σπίτι του ανθρώπου, από το λεφούσι του μυρμηγκιού. Και τότε αποφασίστηκε το σφράγισμα της πόρτας τους. Σε λίγο, δεκάδες εργάτες, οι περισσότεροι βαρυφορτωμένοι από την τροφή που μετέφεραν, μαζεύτηκαν εκεί, φανερώνοντας με τις ασύνταχτες κινήσεις τους το άγχος τους για τη μάνα τους και τα μικρά τους αδέρφια. Που θα ’μεναν χωρίς τροφή, που θα λιμοκτονούσαν, που δεν θα συνεχιζόταν η ύπαρξή τους μέσα στη συνέχεια του χρόνου τους.
Και τότε, αυτόματα, μου ’ρθαν στο μυαλό οι λέξεις «λιμός, θάνατος, γενοκτονία», που μάλλον έχουν πια καταγραφεί ανεξίτηλα στο υποσυνείδητο του κάθε συνειδητού πολίτη, των μελαψών μας καιρών.
Φαίνεται πως το συλλογικό τραύμα αυτής της ανελέητης γενοκτονίας των δολοφόνων σιωνιστών του Νετανιάχου, αυτό το αίμα που σκεπάζει τη μαρτυρική Παλαιστίνη, τα σκελετωμένα παιδιά που δεν διαφέρουν τίποτα από αυτά στα ναζιστικά κρεματόρια, έγραψε αυτήν την ανελέητη ήττα του πολιτισμού μας βαθιά στα άδυτα της μνήμης μας. Τόσο καλά χαραγμένα στην ανεπανόρθωτα τραυματισμένη ενσυναίσθησή μας είναι αυτά που ζούμε, έτσι ώστε από γεγονότα φαινομενικά ασύνδετα, όπως αυτό με την αγωνία των μυρμηγκιών, να ξεκινά μια πλημμυρίδα συνειρμικής μνήμης.
Ετσι άνοιξα την είσοδο της φωλιάς.
*Πολίτης του Αιγαίου
