Οι εσωτερικές αντιφάσεις στη χώρα συνθέτουν ένα μη βιώσιμο τοπίο απροσδιοριστίας και αβεβαιότητας. Εκδηλώνονται σε κάθε επίπεδο της κοινωνικής οργάνωσης, με ένταση και γίνονται αισθητές σε κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής. Σε κανονικές συνθήκες, οι πρόσφατες ταλαιπωρίες και τα λάθη θα έπρεπε να είναι σπουδαίοι δάσκαλοι. Δυστυχώς στη χώρα, πάνω από μία δεκαετία τώρα, έχει χαθεί κάθε ικανότητα εσωτερίκευσης και αφομοίωσης των πικρών εμπειριών και, συνεπώς, η ικανότητα αντίδρασης με δημιουργικές λύσεις που θα τροποποιούσαν τη ροή των πραγμάτων. Δεν έγινε. Δεν γίνεται, και έτσι η χώρα ρουφιέται από σκάνδαλα και ψέματα.
Η κρίση αντιπροσώπευσης είναι ένα θέμα. Η κρίση αξιοπιστίας των πολιτικών ελίτ είναι ένα άλλο. Σε λίγο το «κανένα» θα είναι με διαφορά το πρώτο κόμμα και οι «αναποφάσιστοι» συγκροτούν ήδη την ισχυρότερη μερίδα. Αυτό, όμως, θα όφειλε να διαβαστεί σαν ανησυχητικό πολιτικό συμπέρασμα. Γιατί μπορεί μεν στην καταλληλότητα πρωθυπουργού ο Κ. Μητσοτάκης να συγκεντρώνει το 31%, αλλά το μεγαλύτερο ποσοστό το συγκεντρώνει πλέον ο «κανένας» με 43%. Ο Αλ. Τσίπρας φτάνει στο 26% – χωρίς καν να έχει ξεκαθαρίσει τις προθέσεις του. Αυτές οι μετρήσεις δείχνουν ότι η πλειοψηφία των πολιτών αμφισβητεί πολλά. Κυρίως, πολιτικές και πρόσωπα.
Προφανώς, τα ευρήματα αυτά κινούνται σε παράλληλη τροχιά με καταγεγραμμένους δείκτες. Από τα στοιχεία της Eurostat το 2023, στον Δείκτη Ικανοποίησης από τη Ζωή (life satisfaction) η Ελλάδα κατέγραψε τη δεύτερη χαμηλότερη θέση στα 27 κράτη-μέλη, με τη Βουλγαρία στην τελευταία και τη Φινλανδία στην υψηλότερη. Στην Ελλάδα οι εργαζόμενοι βρίσκονται ανάμεσα στους χαμηλότερα αμειβόμενους στην Ε.Ε., με μέσο ετήσιο μισθό περίπου τα 17.000 ευρώ, έναντι μέσου όρου 37.900 στην Ε.Ε. Η χαμηλή αγοραστική δύναμη και τα οικονομικά βάρη επηρεάζουν αρνητικά την αντίληψη της ευημερίας. Ο πληθωρισμός έρχεται απλά να ενισχύει την πολύ κακή εικόνα. Τον Ιούνιο του 2025 στην Ε.Ε. ο πληθωρισμός έτρεχε με 2,3% (και στην ευρωζώνη με 2,0%), ενώ στην Ελλάδα έτρεχε με 3,6% για το ίδιο διάστημα.
Δεν υπάρχουν επικαιροποιημένα στοιχεία (της Eurostat) μετά το 2023 για τον Δείκτη Ικανοποίησης όσον αφορά την Ελλάδα ή την Ε.Ε. Ομως, τα διαθέσιμα ευρήματα του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας (Eurofound), σε επίπεδο ευρωπαϊκής έρευνας (e-survey) για το 2024, δείχνουν α) περαιτέρω μείωση της αισιοδοξίας για το μέλλον σε σχέση με το 2023 (ιδιαίτερα στις μάχιμες ηλικιακές ομάδες 35-49 και 50-64) και β) περαιτέρω υποχώρηση του Δείκτη Ικανοποίησης, με την Ελλάδα να μεταπηδάει στην τελευταία θέση των χωρών της Ε.Ε.
Οι αποτυπώσεις δείχνουν την εικόνα ενός εκλογικού σώματος με έντονα χαρακτηριστικά πολιτικής αμφισβήτησης και αύξουσας αποστασιοποίησης των πολιτών. Εντωμεταξύ, με βάση τα ποιοτικά στοιχεία της πολιτικής αντιπαράθεσης, ισχύει αυτό που έλεγε ο Αντρέα Καμιλέρι: «Η πολιτική στη χώρα είναι η τέχνη να προσπαθείς να καλύψεις με σκατά τον πολιτικό σου αντίπαλο». Ο Καμιλέρι μιλούσε για την Ιταλία. Αλλά συμβαίνει κυρίως εδώ. Ετσι, η κουβέντα περιορίζεται στα πιθανά, υποθετικά σενάρια του τύπου «Τι θα γινόταν εάν…» και γίνεται –μέσω διαρροών– γύρω από τη ΔΕΘ. Το σκεπτικό είναι ότι ο Μητσοτάκης θα παίξει τα ρέστα του στη ΔΕΘ για τη μεταστροφή του πολιτικού κλίματος.
Προσέξτε, όμως. Είναι άλλο πράγμα ο σχεδιασμός και ο προσανατολισμός για τη χώρα και άλλο πράγμα η αλλαγή του πολιτικού κλίματος υπέρ ενός κόμματος που κυβερνάει τη χώρα. Εμπειρικά μιλώντας, κι ενώ οι μηχανές έχουν αρχίσει να ζεσταίνονται με την έννοια της αναζήτησης ενός βιώσιμου παραγωγικού και κοινωνικού μοντέλου για την Ελλάδα, υπερισχύει το δεύτερο και οι προσδοκίες εμπλέκονται σε έναν φαύλο κύκλο κοινωνικοπολιτικής σαπίλας που θέλει να λέγεται «μεταρρύθμιση», χωρίς προοπτικές και δίχως αυτοπεποίθηση.
Στην υπόθεση μιας κανονικότητας που μόνο κανονική δεν είναι, μιας σταθερότητας που μόνο στέρεη δεν είναι, υπάρχει ένα καλό νέο – καλό, υπό προϋποθέσεις. Οταν το κάθε ίχνος των αχαλίνωτων αντιφάσεων θα έχει εξαντλήσει τα τρωκτικά αποτελέσματά του, μόνο τότε –ίσως– η χώρα και οι πολίτες της θα μπορέσουν να αρχίσουν τη διαδικασία ανασύνθεσης της Πολιτείας, αντιδρώντας στις αντίρροπες διαδικασίες αποσύνθεσης. Υπάρχει, όμως, το σαράκι της διατηρησιμότητας.
Παρακολουθώντας τον δημόσιο διάλογο στα ΜΜΕ, την υπόθεση κόμματος Τσίπρα ή Σαμαρά, τη δημοσκοπική στερέωση των Ι.Χ. κομμάτων, τις γεωπολιτικές αναδιατάξεις, τους ευαίσθητους δείκτες κ.ο.κ., βρισκόμαστε στην καρδιά μιας πολύ κακής πραγματικότητας που γεννά αναθυμιάσεις και μαράζι – πάντως, όχι δημιουργικότητα και προοπτική. «Είναι ποτέ δυνατό –είχε αναρωτηθεί ο Ζ.-Ζ. Ρουσό– να ζητήσει κανείς ειλικρίνεια από κομματάρχες;» Και, άραγε, είναι τυχαίο ότι, σε πολλούς, δημιουργείται πλέον μια βαθιά επιθυμία να μάθουν να περπατάνε στα τέσσερα; Αυτό, όμως, δεν είναι σχέδιο διακυβέρνησης.
