ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γεωργία Σπυροπούλου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μπορεί ένα παιδί να είναι ταυτόχρονα Ελληνας/ίδα και Αλβανός/ίδα; Πώς αυτοπροσδιορίζονται τα άτομα που γεννήθηκαν ή μεγάλωσαν στην Ελλάδα από γονείς αλβανικής καταγωγής; Ποια είναι η βιωμένη εμπειρία της δεύτερης γενιάς, όταν καλείται να «επιλέξει» ανάμεσα σε δύο εθνικές ταυτότητες; Ποιες είναι οι κοινωνικές συνθήκες που επηρεάζουν τη διαμόρφωση αυτού του ανήκειν;

Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που επιχειρεί να απαντήσει η έρευνα με τίτλο: «Ενα ελληνοαλβανικό ανήκειν εν τη γενέσει: Μη ανταγωνιστική συνύπαρξη σε προοπτικές συμπερίληψης», η οποία υλοποιείται στο Πάντειο Πανεπιστήμιο υπό την επιστημονική εποπτεία του καθηγητή Πολιτειολογίας Δημήτρη Χριστόπουλου.

Η έρευνα εστιάζει στις βιωματικές αφηγήσεις και στις ταυτοτικές τοποθετήσεις νέων ανθρώπων «1,5 γενιάς», δηλαδή των παιδιών που γεννήθηκαν στη χώρα των γονέων τους αλλά μεγάλωσαν εδώ, και «2ης γενιάς», δηλαδή των παιδιών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα από μετανάστες γονείς. Τα ευρήματα συνθέτουν ένα πολύπλευρο μωσαϊκό εθνικών και πολιτισμικών ταυτοτήτων, όπως αυτές συγκροτούνται στον σύγχρονο ελληνικό κοινωνικό ιστό.

Στο πλαίσιο της έρευνας πραγματοποιήθηκαν 50 συνεντεύξεις με άτομα δεύτερης γενιάς αλβανικής καταγωγής που ζουν στην Ελλάδα, καθώς και 10 συνεντεύξεις με ειδικούς από διαφορετικά πεδία. Μέσα από την ανάλυση αυτού του υλικού, χαρτογραφήσαμε ένα πυκνό και συχνά αντιφατικό πεδίο ταυτοτήτων, το οποίο διαμορφώνεται εκεί που συναντιούνται οι προσωπικές εμπειρίες, ο κοινωνικός περίγυρος και οι θεσμικοί κανόνες.

Το 40% των συμμετεχουσών/χόντων τοποθετείται ταυτοτικά και στην ελληνικότητα και στην αλβανικότητα, χρησιμοποιώντας συχνά περιφραστικές εκφράσεις όπως «είμαι Ελληνας αλβανικής καταγωγής» ή «είμαι και τα δύο». Για αυτούς, η ταυτότητα δεν είναι ζήτημα επιλογής, αλλά σύνθεσης. Το 34% τείνει κυρίαρχα προς την αλβανικότητα, η οποία συνυπάρχει με ελληνικά πολιτισμικά στοιχεία.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ταύτιση με τη χώρα καταγωγής έχει συχνά χαρακτήρα άμυνας απέναντι σε εμπειρίες κοινωνικού ρατσισμού. Αντίστροφα, ένα 16% δηλώνει κυρίαρχα Ελληνες/ίδες, αναγνωρίζοντας, όμως, παράλληλα την αλβανική τους καταγωγή. Η ελληνική ιθαγένεια, η εκπαίδευση και η κοινωνική ζωή λειτουργούν καταλυτικά στην ταύτιση με την ελληνικότητα.

Ακόμη και σ’ αυτές τις περιπτώσεις, όμως, η ελληνικότητα δεν θεωρείται αυτονόητη, έχει πίσω της διαδρομή, αμφιταλαντεύσεις και, συχνά, στρατηγικές επιβίωσης. Τέλος, ένα 10% δεν αποδέχεται καμία από τις δύο εθνικές κατηγορίες. Δεν δηλώνουν ούτε Ελληνες/ίδες ούτε Αλβανοί/ίδες, και οι απαντήσεις τους γίνονται με αναφορές πέρα από εθνικότητες. Πρόκειται για ένα κρίσιμο και εν πολλοίς αόρατο κομμάτι της νεότερης γενιάς που αμφισβητεί τη λειτουργικότητα των εθνικών ταυτοτήτων ως εργαλείων ανάλυσης και ανήκειν.

Οι συμμετέχοντες/ουσες εκφράζονται και περιφραστικά και μονολεκτικά, με την πλειοψηφία να χρησιμοποιεί περιφραστικό τρόπο έκφρασης. Οι όροι «Ελληνοαλβανίδα/Ελληνοαλβανός» και «Αλβανοελληνίδα/Αλβανοέλληνας» χρησιμοποιούνται από ελάχιστους/ες. Οι περισσότεροι/ες προσεγγίζουν τον όρο αυτό με αμηχανία και δισταγμό ή τον απορρίπτουν. Η κύρια αίσθηση που υπάρχει όμως είναι ότι παρότι οι όροι αυτοί μάλλον περιγράφουν μια κοινωνική πραγματικότητα, δηλαδή την ύπαρξη υβριδικών ταυτοτήτων, παραμένουν ανοίκειοι. Επίσης ορισμένοι/ες συμμετέχοντες/ουσες διστάζουν να τον χρησιμοποιήσουν, καθώς θεωρούν ότι η ελληνική δημόσια σφαίρα δεν έχει ακόμα κάνει χώρο για τέτοιου τύπου συνθέσεις.

Το 90% των συμμετεχόντων/ουσών έχει ελληνική ιθαγένεια. Η ίδια η διαδικασία απόκτησης, μακρά και ψυχοφθόρα, έχει αφήσει στους περισσότερους ένα αποτύπωμα κόπωσης ή ακόμα και τραυματικής εμπειρίας. Ιδιαίτερα έντονη είναι η συναισθηματική φόρτιση όταν μιλούν για τους γονείς τους που δεν έχουν αποκτήσει ακόμα την ελληνική ιθαγένεια, παρότι ζουν επί δεκαετίες στη χώρα.

Η έλλειψη ιθαγένειας των γονέων βιώνεται όχι μόνο ως διοικητική εκκρεμότητα, αλλά και ως συλλογική αδικία και θεσμική περιθωριοποίηση. Για κάποιους/ες η απόκτηση της ιθαγένειας ήταν η αναγκαία θεσμική επικύρωση ότι είναι μέρος της ελληνικής κοινωνίας, οδηγώντας τους και στην υιοθέτηση ανάλογων αυτοπροσδιορισμών.

Το αίτημα που αναδύεται μέσα από τις αφηγήσεις δεν είναι η ένταξη με όρους συμμόρφωσης, αλλά η ύπαρξη με όρους αναγνώρισης και ισοτιμίας. Νέες ταυτότητες γεννιούνται και εξελίσσονται μέσα στην καθημερινότητα, πέρα από αυστηρές εθνικές κατηγοριοποιήσεις. Το ζητούμενο είναι να υπάρξει χώρος στη δημόσια σφαίρα για να αρθρωθούν οι διάφορες αυτές εκφάνσεις ταυτοτήτων και να γίνουν κομμάτι του λόγου, των θεσμών και των συλλογικών αφηγήσεων.

Το ερευνητικό έργο με τίτλο «Ενα ελληνο-αλβανικό ανήκειν εν τη γενέσει: Μη ανταγωνιστική συνύπαρξη σε προοπτικές συμπερίληψης» υλοποιείται στο πλαίσιο της δράσης του ΕΛΙΔΕΚ «Χρηματοδότηση της Βασικής Ερευνας (Οριζόντια υποστήριξη όλων των Επιστημών)» του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0» με τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ενωσης – NextGenerationEU.

*Μέλος της ερευνητικής ομάδας