Οι ριζικές και ραγδαίες αλλαγές που συντελούνται κατά τις τελευταίες δεκαετίες σε παγκόσμιο επίπεδο και στο πολιτικό και το οικονομικό σύστημα διαμορφώνουν τις πραγματολογικές συνθήκες για τη δημιουργία ενός «νέου κόσμου». Το έτος-τομή 1989 σήμανε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, το τέλος του υπαρκτού σοσιαλισμού, αλλά και το τέλος του δημοκρατικού καπιταλισμού. Δεν σήμανε όμως το «τέλος της ιστορίας» όπως ισχυρίστηκε ο περιώνυμος Φουκουγιάμα. Η ανθρωπότητα εισήλθε σε μια νέα φάση ιστορικής εξέλιξης, η οποία διανύει στις μέρες μας την τέταρτη δεκαετία της ιστορίας της (1990-2030). Ολοι οι ερευνητές, οι αναλυτές (πολιτικοί, οικονομικοί, γεωπολιτικοί και γεωοικονομικοί) καταβάλλουν τιτάνιες προσπάθειες για να συλλάβουν το «πνεύμα της εποχής» μας.
Με άλλες ευκαιρίες μου δόθηκε η δυνατότητα από τις φιλόξενες στήλες της «Εφ.Συν.» να σκιαγραφήσω πράγματα που συμβαίνουν και αλλαγές που συντελούνται στην εποχή μας. Σε αυτή την παρέμβασή μου ενδιαφέρομαι να προσεγγίσουμε το ζήτημα της μετανάστευσης, το οποίο για τον παλιό δυτικό κόσμο (Ευρώπη και Βόρεια Αμερική) κατέχει πρωτεύουσα θέση στους πολιτικούς σχεδιασμούς του. Θα αναφέρω μόνον ενδεικτικά ότι όλοι οι επιστήμονες και στοχαστές των πολιτικο-κοινωνικών πραγμάτων συνδέουν την άνοδο της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη με τον πολιτικό τρόπο αντιμετώπισης του ζητήματος της μετανάστευσης. Οι υπέρμαχοι της «κλειστής κοινωνίας» υψώνουν φραγμούς στις μετακινήσεις των πληθυσμών. Από την άλλη, οι υπερασπιστές της «ανοιχτής κοινωνίας» επεξεργάζονται προγράμματα πολιτικής αλληλεγγύης και ενσωμάτωσης των μετακινούμενων πληθυσμών.
Σε μια συνομιλία μου με τον Αντώνη Λιάκο, μου είχε εξηγήσει γιατί στις κοινωνικές επιστήμες δεν μιλάμε πια για ζητήματα (π.χ. το κοινωνικό ζήτημα, το πολιτικό ζήτημα) αλλά για κρίσεις. Οπως π.χ. γίνεται λόγος για τη χρηματοπιστωτική κρίση ή τη στεγαστική κρίση και άλλες. Συμφώνησα μαζί του και προτείνω να χρησιμοποιήσουμε τη διάκριση του Hegel ανάμεσα σε τρεις στιγμές εξέλιξης της παγκόσμιας ιστορίας (το υποκειμενικό πνεύμα, το αντικειμενικό πνεύμα και το απόλυτο πνεύμα), για να κατανοήσουμε πώς η μέθοδος αντιμετώπισης της μετανάστευσης μπορεί να δημιουργήσει κρίση στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος των δυτικών κοινωνιών. Κατά τον Hegel η ιστορική φάση του υποκειμενικού πνεύματος συμπίπτει με τις συνθήκες εκείνες, στις οποίες δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί ένα κοινό πνεύμα συμβίωσης και συνεννόησης μεταξύ των κοινωνικών δρώντων. Ο καθένας είτε ως άτομο είτε ως συλλογική οντότητα επιδιώκει την ικανοποίηση των συμφερόντων του και το κοινό αντικειμενικό πνεύμα παραμένει το μεγάλο ζητούμενο. Κατά την άποψή μου σε αυτή την ιστορική φάση βρισκόμαστε σήμερα μετά την κατάρρευση των θεσμικών βεβαιοτήτων του πολιτικού Διαφωτισμού.
Σε πραγματολογικό επίπεδο δύο φαινόμενα παίζουν καθοριστικό ρόλο στην περίπτωση των μετακινούμενων πληθυσμών: η υποχώρηση της παγκοσμιοποίησης και η επιστροφή του εθνικού κράτους. Πράγματι, ενώ πριν από μερικά χρόνια στα επιμέρους ευρωπαϊκά εθνικά κράτη, αλλά και στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ενωσης έκαναν την εμφάνισή τους θεσμοί «μετα-εθνικού αστερισμού», οι οποίοι είχαν ως αποστολή τους την εφαρμογή της ιδέας της πολιτικής αλληλεγγύης για να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο της μετανάστευσης, σήμερα ζούμε σε συνθήκες οπισθοδρόμησης. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες αυτοπροσδιορίζονται ως «κλειστές κοινωνίες». Αναγορεύουν τους μετανάστες σε εχθρούς τους. Θεσμοθετούν μέτρα, τα οποία δεν έχουν καμιά σχέση με το αξιακό σύστημα που διαμόρφωσε το ευρωπαϊκό πνεύμα.
Στο σημείο αυτό της ανάλυσής μου θα ήθελα να τονιστεί ότι οι μετακινήσεις πληθυσμών δεν είναι φαινόμενο μόνον της εποχής μας. Είναι μια ανθρώπινη πραγματικότητα και ιστορική τάση που διατρέχει όλους τους αιώνες. Από την άλλη, η μέθοδος πολιτικής διαχείρισης της μετανάστευσης είναι το κριτήριο για τη συνειδησιακή και τη θεσμική ταυτότητα της ανθρώπινης κοινωνίας. Με αφετηρία αυτές τις δύο διαπιστώσεις μπορούμε να θέσουμε το ερώτημα: Εάν τελικά η μέθοδος της «κλειστής κοινωνίας» είναι η αποτελεσματική (;) μέθοδος αντιμετώπισης της μετανάστευσης; Επιπλέον θα πρέπει οι υπερασπιστές αυτής της μεθόδου να μας εξηγήσουν τι σημαίνει αποτελεσματικότητα στο προκείμενο ζήτημα.
Οι ιστορικές προοπτικές του δυτικού πολιτισμού και του ευρωπαϊκού πνεύματος δεν μπορεί να είναι η «κλειστή κοινωνία». Ο φόβος μπροστά στην άνοδο της Ακροδεξιάς δεν θα πρέπει να μας εμποδίζει να θεσμοθετήσουμε «μετα-εθνικές» μεθόδους πολιτικής διαχείρισης της μετανάστευσης. Ο αυτοεγκλεισμός της Δύσης σ’ ένα «φρούριο» δεν εξασφαλίζει τη δήθεν σωτηρία της! Κινδυνεύει άραγε η Δύση από τους μετακινούμενους πληθυσμούς, όταν η ίδια ως ιδέα και ως πραγματικότητα είναι δημιούργημα της μετακίνησης πληθυσμών ανά τους αιώνες; Η λύση για να αποφευχθεί να μετατραπεί η μετανάστευση σε παράγοντα πολιτικής κρίσης στη Δύση δεν βρίσκεται στην «κλειστή κοινωνία». Μια τέτοιου τύπου λύση –για να εμποδισθεί η άνοδος της Ακροδεξιάς θα πρέπει να υιοθετηθούν απάνθρωπα μέτρα κατά των μεταναστών– είναι μια κοντόφθαλμη και προσωρινή λύση. Η λύση βρίσκεται στις «μετα-εθνικές» πρακτικές εφαρμογές της ιδέας της πολιτικής αλληλεγγύης. Μόνον στο πλαίσιο μιας τέτοιου τύπου λύσης και το πολιτικό σύστημα θα επαναπροσδιοριστεί σε ορθολογικό επίπεδο και οι μετακινήσεις πληθυσμών θα αναζωογονήσουν την οικονομική μορφή ζωής σε παγκόσμιο επίπεδο.
*Πολιτικός φιλόσοφος
