Στις 30.7.2025 ο νεοεκλεγείς πρωθυπουργός του Καναδά, Mark Carney, δήλωσε ότι εάν η Παλαιστινιακή Αρχή διεξαγάγει ελεύθερες εκλογές και αναγγείλει θεσμικές μεταρρυθμίσεις θα ανακοινώσει στη Γενική Συνέλευση των Η.Ε. του ερχομένου Σεπτεμβρίου ότι η χώρα του αναγνωρίζει το παλαιστινιακό κράτος. Λίγες ημέρες πριν παρόμοια δήλωση είχαν κάνει ο πρόεδρος της Γαλλίας και ο πρωθυπουργός της Μ. Βρετανίας.
Την επόμενη ημέρα, στις 31.7.2025, ο Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ επιβεβαίωσε την επιβολή δασμών 35% σε προϊόντα του Καναδά που δεν καλύπτονται από την τριμερή Εμπορική Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Καναδά – ΗΠΑ – Μεξικού, γνωστής ως CUSMA, ενώ εξαίρεσε το Μεξικό δίνοντας παράταση στις συνομιλίες για 3 μήνες ακόμη. Παρατηρητές σχολίασαν ότι η απόφαση του Τραμπ συνιστά τιμωρία για τη διαφοροποίηση του Καναδά σε ένα σημαντικό ζήτημα διεθνούς/εξωτερικής πολιτικής και δεν έχει σχέση με τους όρους εμπορίου των δύο χωρών στις συγκεκριμένες πρώτες ύλες. Πρόκειται για μία μόνο από τις πολιτικές προεκτάσεις ενός οικονομικού πολέμου που εξαπέλυσε ο Τραμπ σε μια πρωτοφανή επίδειξη ισχύος και καταναγκαστικής στρατηγικής όχι μόνο εναντίον αντιπάλων, αλλά και εναντίον συμμάχων και γειτόνων.
Ο Καναδάς σε αντίθεση με το σύνολο σχεδόν των χωρών που υπέστησαν το πρώτο κύμα στον «πόλεμο των δασμών» ύψους 25% του Αμερικανού προέδρου στις 2 Απριλίου 2025 απάντησε διά στόματος όχι μόνο του πρωθυπουργού του (του Τζάστιν Τριντό τότε), αλλά του συνόλου της πολιτικής του ηγεσίας και η απάντηση έλαβε τη μορφή οικονομικών αντιποίνων. Η Κίνα και ο Καναδάς ήταν οι μόνες δύο χώρες που αντέδρασαν με την επιβολή αντισταθμιστικών δασμών σε αμερικανικά αγαθά σε αντίθεση με την Ε.Ε., τη Μεγάλη Βρετανία, την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα μεταξύ των ισχυρών εμπορικών εταίρων των ΗΠΑ. Βέβαια αυτή η ομοθυμία όχι μόνο της πολιτικής ηγεσίας αλλά και της μεγίστης πλειοψηφίας του καναδικού λαού σφυρηλατήθηκε από τις αμετροεπείς δηλώσεις του Τραμπ περί της απορρόφησης του Καναδά ως της 51ης Πολιτείας των ΗΠΑ!
Επίσης οι Αμερικανοί απαίτησαν ενίσχυση της αστυνόμευσης των χερσαίων συνόρων μεταξύ των δύο χωρών ισχυριζόμενοι ότι εισέρχονται από τα βόρεια σύνορα Fentanyl (μια εξαρτησιογόνα ουσία) και παράνομοι μετανάστες. Οι ισχυρισμοί αυτοί αποτέλεσαν το πρόσχημα επιβολής δασμών για λόγους εθνικής ασφάλειας. Kαναδοί αξιωματούχοι αντέκρουσαν ότι σύμφωνα με τα στοιχεία λιγότερο από 1% του παράνομου εμπορίου Fentanyl περνάει από τα νότια σύνορα, ενώ η ροή αναζητούντων άσυλο (κλάσμα του αριθμού αυτών που περνάνε τα σύνορα από το Μεξικό προς τις ΗΠΑ) είναι από την Αμερική προς τον Καναδά εντεινόμενη από τις ακραία αντιμεταναστευτικές πολιτικές της αμερικανικής κυβέρνησης.
Η πολυσχιδής στρατηγική εξαναγκασμού με πολλαπλούς στόχους είχε και την τακτική ιδιορρυθμία των δημόσιων ανακοινώσεων, παρατάσεων για διαπραγματεύσεις και μετά ξανά μονομερών ανακοινώσεων ή σύναψη συμφωνιών υπό το φως των τηλεοπτικών προβολέων. Ο Καναδάς, οικονομικά ισχυρή χώρα με το όπλο της τεράστιας αγοραστικής του δύναμης (αγοράζει περισσότερα αμερικανικά προϊόντα από ό,τι η Ιαπωνία, η Ν. Κορέα, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Κίνα μαζί) και της εν ισχύι Συμφωνίας Ελεύθερου Εμπορίου, έχει την ευχέρεια να κάνει κάποιες ανεξάρτητες πολιτικές κινήσεις (όπως αυτή της ανακοίνωσης της αναγνώρισης παλαιστινιακού κράτους). Ομως η εξάρτηση της οικονομίας του από τις ΗΠΑ (το 75% των εξαγωγών κατευθύνεται προς τον νότιο γείτονά του) τον καθιστά ευάλωτο στην εξαναγκαστική στρατηγική του Τραμπ.
Η αντίδραση του Καναδά και υπό τον νέο πρωθυπουργό του, που σημειώνω ότι έχει διατελέσει στο παρελθόν πρόεδρος της Τράπεζας της Αγγλίας και της Τράπεζας του Καναδά, ήταν η σφυρηλάτηση της εθνικής ενότητας με τη βελτίωση των υποδομών για την επικοινωνία και συνεργασία μεταξύ των Επαρχιών του Καναδά, τη διεύρυνση της βιομηχανικής βάσης της χώρας και τη διαφοροποίηση του διεθνούς εμπορίου με την εξαγωγή πρώτων υλών και βιομηχανικών προϊόντων στην Ευρωπαϊκή Ενωση, στην Ασία και τις χώρες των BRICS. Οι τελευταίες, σκεπτικές για τις μακροχρόνιες συνέπειες των εμπορικών τους σχέσεων με τη Βόρεια Αμερική, βλέπουν τη διαφοροποίηση του Καναδά ως ευκαιρία για την αναμόρφωση του διεθνούς εμπορίου. Εάν οι προσπάθειες της νέας κυβέρνησης του Καναδά ευδοκιμήσουν, οι ΗΠΑ θα έχουν έναν βόρειο γείτονα που δεν θα είναι μόνο οικονομικά εύρωστος αλλά και ανταγωνιστικός.
Ο Καναδάς, μια πολυεθνική, πολυπολιτισμική και δημοκρατική χώρα, αντιδρώντας με ενότητα, ψυχραιμία και αποφασιστικότητα στην πρόκληση του Αμερικανού προέδρου ανοίγει μια νέα προοπτική στη διεθνή συνεργασία. Το σύστημα «διμερούς δασμού» του Τραμπ είναι μόνο μία από τις εκφάνσεις μιας πολιτικής που αδιαφορεί για την κλιματική αλλαγή, τη μόλυνση του περιβάλλοντος, την «πλαστικοποίηση» των θαλασσών, τις πανδημίες. Εάν επικρατήσει, θα καταστήσει ανέφικτη τη διεθνή συνεργασία σε εποχή που είναι περισσότερο απαραίτητη παρά ποτέ.
*Fellow, Πανεπιστήμιο Dalhousie, Χάλιφαξ Καναδά
