Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Την προηγούμενη εβδομάδα (31 Ιουλίου) οι εκδόσεις Oposito ανακοίνωσαν την απόσυρση του δημοφιλούς βιβλίου «Ψυχρή Τρυφερότητα»(2017) της Eva Illouz και την αποδέσμευση των δικαιωμάτων του. Η Illouz, μια Ισραηλινή κοινωνιολόγος ευρέως γνωστή για το έργο της πάνω στις συναισθηματικές διαστάσεις της κουλτούρας του καπιταλισμού και παραδοσιακά τοποθετημένη στα αριστερά του πολιτικού φάσματος, έχει προχωρήσει μετά τις 7 Οκτώβρη του 2023 σε μια σειρά από παρεμβάσεις που σύμφωνα με τον εκδοτικό οίκο καθιστούν αδύνατο την υποστήριξη του βιβλίου τους στον κατάλογο τους.

Αν πράγματι η αλήθεια είναι το πρώτο θύμα κάθε πολέμου, τότε η ικανότητα κατανόησης κειμένων είναι σίγουρα μια από τις πρώτες απώλειες στον ακήρυχτο πόλεμο των εντυπώσεων και των ιδεολογικών αντανακλαστικών. Οι αντιδράσεις για την απόφαση του εκδοτικού εκδηλώθηκαν με εκατοντάδες σχόλια στα σχετικά κοινωνικά δίκτυα και δημοσιεύσεις άρθρων σε διάφορα sites και εφημερίδες. Αν ελάχιστα άτομα φαίνεται να διάβασαν την ανακοίνωση στο σύνολό της, ακόμα λιγότερα έκαναν τον κόπο να διαβάσουν τα σχετικά κείμενα της Illouz. Όποια έχει την αντοχή να διαβάσει αυτά τα σχόλια και απόψεις θα δει επιφανειακές κορώνες για λογοκρισία (κανείς δεν απαγόρευσε τα βιβλία της Illouz), ειρωνικές προτροπές για καύση βιβλίων (αν αποσύρει κανείς τα βιβλία της JK Rowling για τις γνωστές τρανσφοβικές της θέσεις είναι Ναζί!), παραλληλισμοί με το cancelling πολιτισμικών έργων Ρώσων δημιουργών από νεοφιλελεύθερα ιδρύματα, κ.ά. Νομίζω ότι όλες αυτές οι επιφανειακές λαθροχειρίες είναι δευτερεύον ζήτημα. Το σημαντικό είναι να διαβάσουμε τι ακριβώς έγραψε η Illouz.

Ίσως το πιο επίμαχο σχετικό κείμενο της συγγραφέως είναι ένα άρθρο δημοσιευμένο τον Ιούλιο του 2025 στο Fathom (ένα μέσο με «εξειδίκευση» στην αποδόμηση αριστερών κριτικών του Ισραήλ) με τον τίτλο «Ώρα να αποκαλυφθεί η απάτη του αντισιωνισμού». Το κείμενο δεν είναι παρά ένα ιδεολογικό κήρυγμα ενδεδυμένο με την υποτιθέμενα αυστηρή ουδετερότητα της κοινωνιολογικής μεθόδου. Η βασική θέση της Illouz μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: Οι Εβραίοι είναι μια μειονότητα. Κάθε κριτική εναντίον μιας μειονότητας είναι ρατσιστική. Όσοι κάνουν κριτική στο Ισραήλ και τον σιωνισμό είναι ρατσιστές. Η Illouz παρουσιάζει τη θέση της ως φιλοσοφική ανάλυση αλλά στην ουσία δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα ηθικοπλαστικό κατηγορητήριο: ένας μηχανισμός ενοχής που στοχεύει να καταδικάσει κάθε μορφή κριτικής προς το κράτος του Ισραήλ ως εκδήλωση σκοτεινών αντισημιτικών ενστίκτων. Οι εικόνες εξαθλίωσης των αμάχων, των ακρωτηριασμένων παιδιών που δεν πέθαναν ακόμα από τις βόμβες και των ερειπίων είναι ένας αντιπερισπασμός. Το βασικό πρόβλημα που αξίζει την προσοχή της διακεκριμένης κοινωνιολόγου είναι ο αντισιωνισμός στον λεγόμενο προοδευτικό χώρο.

Η κοινωνιολογική μέθοδος της Illouz δεν στηρίζεται στην ανάλυση συσχετισμών εξουσίας, αλλά στην αν-ιστορικοποίηση της αποικιοκρατίας: αν προσβάλλεται μια συγκεκριμένη συλλογική ταυτότητα –και η ίδια αποφασίζει πότε συμβαίνει αυτό– τότε δεν έχει σημασία τι έχει συμβεί ιστορικά, ούτε ποιος βομβαρδίζει ποιον. Οι δισεκατομμυριούχοι είναι μια μειονότητα. Όποιος κάνει κριτική στους δισεκατομμυριούχους κάνει διακρίσεις και άρα είναι ηθικά καταδικαστέος, κ.ο.κ.

Η Illouz υποδύεται την ανατόμο των πολιτικών προθέσεων της Αριστεράς, αλλά το μόνο που επιτυγχάνει είναι να διαστρεβλώσει κάθε πολυπλοκότητα. Δεν υπάρχει χώρος για επιφυλάξεις, για πολιτική αποδόμηση, για ιστορική κριτική. Ή είσαι με τη γενοκτονική (η γενοκτονία είναι πάντα η ακραία απόληξη της αποικιοκρατίας) πολιτική του Ισραήλ ή με το μίσος. Ένα δυϊστικό σχήμα πιο κατάλληλο για σταυροφόρους παρά για στοχαστές. Λέει για παράδειγμα: «Αν και οι Μουσουλμάνοι […] υπερέχουν αριθμητικά, εδαφικά και οικονομικά (ως προς τον συνολικό σωρευμένο πλούτο) έναντι των Εβραίων, εξακολουθούν να θεωρούνται μια ευάλωτη και καταδιωκόμενη μειονότητα, ενώ οι Εβραίοι – ιδίως όταν συνδέονται με το Ισραήλ – στερούνται αυτό το καθεστώς». Η διαφορά προφανώς είναι ότι η πλέον στοιχειώδης ιστορική, δημοσιογραφική και νομική ανάλυση αναδεικνύει ότι κανένα μουσουλμανικό κράτος δεν διαπράττει γενοκτονία εναντίον του Ισραήλ. Η απουσία γεωπολιτικής ανάλυσης είναι εκπληκτική. Η πλειοψηφία όλων των κρατών (πλην των Χούτι της Υεμένης) που η Illouz τσουβαλιάζει σε ένα ομοιογενές σύνολο (γιατί να ασχολούμαστε τώρα αναλύοντας τις διαφορές του σουνιτικού και σιιτικού Ισλάμ) στην ουσία παρακολουθεί αδιάφορα ή υποστηρίζει τις ενέργειες του Ισραήλ.

Η δομή του επιχειρήματός της θυμίζει λιγότερο ακαδημαϊκή ανάλυση και περισσότερο αστυνομική προανάκριση: μια τελετουργική αναγνώριση της ενοχής του αντιπάλου, χωρίς δικαίωμα υπεράσπισης. Όσοι αντιτίθενται στον σιωνισμό ή ασκούν κριτική στην ισραηλινή κατοχή τοποθετούνται ευθύς εξαρχής στο ηθικό περιθώριο. Δεν της περνά καν από το μυαλό ότι κάποιος μπορεί να είναι υπέρ του στοιχειώδους δικαιώματος ενός παιδιού να μην δολοφονείται λίγα λεπτά εφόσον φιλά το χέρι αυτού που του έδωσε λίγο ρύζι και ενάντια στον εθνικισμό οποιασδήποτε μορφής, συμπεριλαμβανομένου και του σιωνισμού.

Σε ένα άλλο σημείο επιτίθεται σε φεμινιστικά και queer κινήματα, επιχειρώντας ένα κλασικό επιχείρημα whataboutism αναφερόμενη στη φαινομενική αδιαφορία αυτών των κινημάτων για άλλα παγκόσμια προβλήματα όπως η πείνα, ο πόλεμος στην Ουκρανία και η πυρηνική απειλή. Δηλώνει με εμφανή αγανάκτηση: «Στην πραγματικότητα, δεν είναι ο σιωνισμός που επικυρώνει τις πολιτικές του Ισραήλ, αλλά ο αντισιωνισμός που ταυτίζει το Ισραήλ με τις πολιτικές του, μετατρέποντας τον σιωνισμό σε μια κακόβουλη ιστορική λογική, σε μια μοχθηρή ουσία.» Αυτό που δεν παραδέχεται είναι πως ακριβώς επειδή ο σιωνισμός έχει εξελιχθεί σε δομική μορφή αφανισμού των Παλαιστινίων, αποτελεί θεμιτό στόχο ακτιβιστικής κριτικής.

Η Illouz παραθέτει μια λίστα στοχαστών—Judith Butler, Masha Gessen, Pankaj Mishra—και με μια ελιτίστικη ανατριχίλα υπονοεί πως όλα αυτές οι προσωπικότητες είναι είτε αφελείς είτε μισοαντισημίτες. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια ακαδημαϊκή τεχνική προβολής: εκείνη, η Ισραηλινή κοινωνιολόγος, κατέχει το μονοπώλιο της «σωστής» εβραϊκής φωνής. Ειδικά επειδή στο παρελθόν αντιμετώπισε προβλήματα για την κριτική της στις πολιτικές του Ισραήλ. Όλοι οι άλλοι σφάλλουν.

Στο τέλος, το άρθρο αυτό δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα πολιτικό ευαγγέλιο μεταμφιεσμένο σε ανάλυση. Δεν προσκαλεί στον διάλογο, αλλά απαιτεί ομολογία πίστης. Η πολιτική σκέψη αντικαθίσταται από ιδεολογική προσήλωση. Η αντιπαράθεση με την εξουσία των παιδοκτόνων δαιμονοποιείται. Η δε απουσία στοιχειώδους αυτοκριτικής εκ μέρους της συγγραφέως είναι σοκαριστική: μια μορφή ακαδημαϊκής αυταρέσκειας. Πιθανώς η ίδια αυταρέσκεια που επέτρεψε τη διατύπωση του παρακάτω επιχειρήματος στην υποστήριξη της θέσης ότι αυτό που κάνει το Ισραήλ δεν είναι γενοκτονία (σε ένα άρθρο-απάντηση στον Didier Fassin): «Ο ισραηλινός στρατός διένειμε 1.5 εκατομμύρια φυλλάδια στα αραβικά για να προειδοποιήσει τους κατοίκους να μετακινηθούν νότια. Επίσης διεξήγαγε τεράστια εκστρατεία στα αραβικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και έκανε χιλιάδες τηλεφωνικές κλήσεις για να ενημερώσει τους κατοίκους του προσφυγικού καταυλισμού της Τζαμπαλίγια να απομακρυνθούν.»

Είναι η τέλεια εικόνα του κατακτητή με καλούς τρόπους. Η βία με το χαμόγελο των δημοσίων σχέσεων. Βόμβες, αλλά με call centre. Ποιος είπε ότι η γενοκτονία δεν μπορεί να είναι τεχνοκρατική, πολυγλωσσική και αποτελεσματική στην επικοινωνία της; Το Ισραήλ, όπως φαίνεται, δεν βομβαρδίζει ανθρώπους χωρίς μέθοδο—τους ενημερώνει πρώτα. Τι κι αν οι δρόμοι είναι αποκλεισμένοι, τα νοσοκομεία σε κατάρρευση και οι κάτοικοι δεν έχουν πού να πάνε; Το βασικό είναι ότι είχαν την ευγενική προειδοποίηση. Όπως θα έλεγε και ένας ιδιαίτερα δημοκρατικός βομβιστής: «Σου είπα να φύγεις πριν σου γκρεμίσω το σπίτι. Δεν άκουσες; Δεν φταίω εγώ.» Τι κρίμα που οι Ναζί δεν διένειμαν φυλλάδια στα Ελληνικά όταν έκαψαν τα Καλάβρυτα;

Η Illouz δεν ενδιαφέρεται να κατανοήσει τι είναι αυτό που ωθεί διανοούμενους και ακτιβιστές να ασκούν ριζική κριτική στον σιωνισμό. Την απασχολεί μόνο να διασφαλίσει την ηθική και πολιτική αθωότητα του Ισραήλ με οποιοδήποτε κόστος. Η επίκληση της κοινωνιολογικής και φιλοσοφικής ανάλυσης του αριστερού αντισιωνισμού είναι εν τέλει σαφώς πιο επικίνδυνη από τις φρικτές αλλά απολύτως σαφείς δηλώσεις υπουργών του Νετανιάχου όπως ο Itamar Ben-Gvir. Η επιχειρηματολογία της μοιάζει με επίκληση προς τον αναγνώστη να σηκωθεί όρθιος και να επαναλάβει μηχανικά: «Δεν υπάρχει κατοχή, δεν υπάρχει αποικιοκρατία, υπάρχουν μόνο η Χαμάς και ο αντισημιτισμός». Μα όλα αυτά δεν είναι κοινωνιολογική μέθοδος. Είναι απάνθισμα ιδεολογικών διακηρύξεων ίσων αποστάσεων που θα αποτελέσουν εκθέματα στον τοίχο του μελλοντικού μουσείου της γενοκτονίας της Γάζας. Ας επιτραπεί λοιπόν σε έναν εκδοτικό οίκο να διατηρήσει την αξιοπρέπεια που έχασε η συγγραφέας του βιβλίου που εκδίδει.

*PhD, MBPsS