Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αποτελεί ματαιοπονία να αναμένεται ότι η απλή σύνταξη ενός νέου αναπτυξιακού νόμου με γενναιόδωρη, όπως και στο παρελθόν, προσφορά επενδυτικών κινήτρων θα επιλύσει τα δομικά προβλήματα του παραγωγικού μας συστήματος

Τὸ μὲν οὖν ἐπιτιμᾶν ἴσως φήσαι τις ἂν ῥᾴδιον καὶ παντὸς εἶναι, τὸ δ᾽ ὑπὲρ τῶν παρόντων ὅ τι δεῖ πράττειν ἀποφαίνεσθαι, τοῦτ᾽ εἶναι συμβούλου.

Δημοσθένους Α΄ Ὀλυνθιακὸς *

Πέραν των επιτακτικών προβλημάτων (τραπεζικό, ασφαλιστικό, «κόκκινα» δάνεια, δημόσιο χρέος κ.λπ.), που απαιτούν από την κυβέρνηση άμεση αντιμετώπιση, υπάρχει το πάγιο και κυρίαρχο πρόβλημα της χώρας, από την τελική έκβαση του οποίου θα εξαρτηθεί η μελλοντική πορεία της ελληνικής κοινωνίας.

Πρόκειται για το κλαδικά αποδιαρθρωμένο, τεχνικά εξαρτημένο και ανταγωνιστικά αναποτελεσματικό εθνικό παραγωγικό μας σύστημα, το οποίο ομού με τους δανειστές ευθύνεται για τη συνεχιζόμενη οικονομική και κοινωνική κρίση.

Είναι προφανές ότι οι λεγόμενες κοινωνικές παθογένειες και ιδιαίτερα η παγιοποίηση μερικών δομικών αδυναμιών που ορθώνουν εμπόδια και στρεβλώνουν την αναπτυξιακή διαδικασία της χώρας οφείλονται σε τελική ανάλυση στην οφθαλμοφανή ανεπάρκεια του παραγωγικού μας συστήματος.

Κατά τη διάρκεια π.χ. της μεταπολεμικής περιόδου, η ελληνική κοινωνία αντιμετώπιζε δύο καθοριστικά για την οικονομική της εξέλιξη προβλήματα: το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου και την αδυναμία προσφοράς παραγωγικής απασχόλησης για τους Ελληνες πολίτες αντίστοιχης προς τα προσόντα και την ειδίκευσή τους.

Το εθνικό παραγωγικό μας σύστημα απέτυχε μέχρι σήμερα να τα αντιμετωπίσει κατά κοινωνικά και οικονομικά ικανοποιητικό τρόπο.

Το μεν πρόβλημα της απασχόλησης «επιλύθηκε» κυρίως με τη μαζική εξωτερική μετανάστευση (δεκαετίες κυρίως 1950, 1960 και πρόσφατα), τους αθρόους διορισμούς υπεράριθμων (συνήθως ημετέρων) στον δημόσιο τομέα και, τέλος, την άσκηση μικρο-επιχειρηματικής δραστηριότητας στο λιανικό εμπόριο, τις μεταφορές, την ιδιωτική εκπαίδευση κ.λπ.

Το πρόβλημα δε του εμπορικού ελλείμματος αντιμετωπίστηκε αντίστοιχα μέσω των δωρεάν μεταβιβάσεων χρηματικών πόρων από το εξωτερικό (αμερικανική βοήθεια, μεταναστευτικά εμβάσματα εργατών και ναυτικών, πακέτα των ταμείων της Ε.Ε.), με τις συνεχείς (μέχρι το 2000) υποτιμήσεις και διολισθήσεις της δραχμής και τους συναλλαγματικούς ελέγχους και, τέλος, μέσω του εξωτερικού δημόσιου δανεισμού.

Είναι προφανές ότι οι δυνατότητες αυτές για τη συγκυριακή έστω άμβλυνση των παραπάνω δύο ζωτικών προβλημάτων έχουν μετά την είσοδο της χώρας στο ευρώ εκλείψει.

Είναι, ως εκ τούτου, ηλίου φαεινότερον ότι η τελεσίδικη επίλυση των προβλημάτων της ανεργίας και του εμπορικού ελλείμματος, καθώς και η εξασφάλιση μιας λιγότερο επώδυνης εξυπηρέτησης του υπέρογκου δημόσιου χρέους προϋποθέτουν τη ριζική αναδιοργάνωση της εθνικής μας παραγωγής με σταθερό προσανατολισμό την επίτευξη της αυτοτροφοδοτούμενης οικονομικής ανάπτυξης.

Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική κοινωνία θα μπορεί με τις αποταμιεύσεις της να χρηματοδοτεί αυτοδύναμα την αναπτυξιακή της διαδικασία χωρίς να εξαρτάται από την ξένη οικονομική βοήθεια.

Η αποκαλούμενη βαριά (sic) βιομηχανία, η ενδεχόμενη αναζωογόνηση των οικοδομών και των δημόσιων έργων και οι πολυαναμενόμενες επενδύσεις ξένων πολυεθνικών επιχειρήσεων δεν αρκούν σε καμία περίπτωση ούτε για τη μόνιμη αντιμετώπιση των παραπάνω δύο δομικών προβλημάτων ούτε πολύ περισσότερο για την τελική ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας και αξιοπρέπειας των Ελλήνων πολιτών.

Από την εμπειρία των μεταπολεμικών πενταετών προγραμμάτων μπορούν να αντληθούν χρήσιμα συμπεράσματα.

Τα προγράμματα αυτά ήταν ενδεικτικού (και όχι υποχρεωτικού) χαρακτήρα, γι’ αυτό και, παρά την παροχή γενναιόδωρων επενδυτικών κινήτρων, δεν πέτυχαν ποτέ σχεδόν τους επιδιωκόμενους κάθε φορά διαρθρωτικούς στόχους και ειδικά στην κατεξοχήν ευνοούμενη μεταποιητική βιομηχανία (βλέπε σχετικά Δ. Σακκά, «Το διαρθρωτικό πρόβλημα και ο οικονομικός προγραμματισμός στην μεταπολεμική Ελλάδα», Μελέτες ΚΕΠΕ 45, Αθήνα 1996).

Αποτελεί κατά συνέπεια ματαιοπονία να αναμένεται ότι η απλή σύνταξη ενός νέου αναπτυξιακού νόμου με γενναιόδωρη, όπως και στο παρελθόν, προσφορά επενδυτικών κινήτρων θα επιλύσει τα δομικά προβλήματα του παραγωγικού μας συστήματος.

Στην περίπτωση αυτή θα επαληθευόταν απόλυτα το ρητό «όποιος δεν διδάσκεται από την ιστορία είναι καταδικασμένος να την επαναλάβει».

Στην παρούσα πολιτικοοικονομική συγκυρία, ο κατάλληλα μεταρρυθμισμένος δημόσιος τομέας οφείλει να αναλάβει συντονιστικές και παραγωγικές πρωτοβουλίες εκεί όπου διαπιστώνονται τεχνικές και οργανωτικές αδυναμίες των Ελλήνων και απροθυμία των ξένων επιχειρηματιών να υλοποιήσουν τους στόχους της αυτοτροφοδοτούμενης οικονομικής ανάπτυξης.

* Αλλά ίσως πει κάποιος ότι το να επιτιμά κανείς είναι εύκολο πράγμα και μπορεί να το κάνει ο καθένας, το να εκφέρει όμως (υπεύθυνη) γνώμη επί του πρακτέου για τα τρέχοντα ζητήματα είναι έργο δημοσίου συμβούλου.

**ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών