Ελάχιστοι μάλλον θυμούνται εν μέσω καύσωνα ότι χρωστάμε (εμείς και οι επόμενες γενιές μας) στα παιδιά των τουριστών που μας επισκέπτονται από τις ευρωπαϊκές χώρες (σημ: μέσα στα μνημόνια το κρατικό μας χρέος από ομολογιακό είχε μετατραπεί σε διακρατικό). Συνεπώς, η συνάρτηση έχει κάπως ως εξής: το φορολογητέο ιδιωτικό μας εισόδημα από τους τωρινούς Ευρωπαίους τουρίστες εν μέρει θα πάει και στα… παιδιά τους.
Καλό είναι λοιπόν να ξέρουμε ότι η αισχροκέρδεια δεν πλήττει μόνο την εικόνα της χώρας αλλά και τα δημόσια οικονομικά της χώρας. Δεν μπορείς, π.χ., να κερδοσκοπείς εις βάρος ανθρώπων από χώρες όπως η Σλοβενία και η Σλοβακία, όπου ο μισθός (και η σύνταξή τους) είναι μικρότεροι από τους αντίστοιχους δικούς μας. Και ότι αυτοί οι λαοί μάς δάνεισαν μέσα στην κρίση του δημόσιου χρέους μας (είτε έπρεπε είτε όχι – αυτό είναι μια άλλη ιστορία).
Η απέραντη λοιπόν ελληνική επικράτεια του real estate και του Airbnb, των mega projects με resorts χιλιάδων κλινών, αυτή η ολοένα και πιο εμμονική στροφή του μεγάλου ιδιωτικού βιομηχανικού/τραπεζικού/εφοπλιστικού κεφαλαίου στον τουρισμό, μοιάζει να έχει μια κάποια βάση: θα φέρει εκτός από δουλειές, κέρδη, εισόδημα και αρκετά δημόσια έσοδα ώστε να ξεπληρώσουμε σταδιακά το τεράστιο χρέος μας.
Το ζητούμενο φυσικά είναι πόσο αντέχουν τόσο η ελληνική οικονομία όσο και η ελληνική κοινωνία να αναπαράγουμε συνεχώς το τουριστικό μοντέλο. Πόσο ακόμα θα γεμίζουμε κλίνες για να γεμίζουν τα αεροπλάνα με περισσότερους τουρίστες. Και το μείζον είναι ποιο ασφάλιστρο κινδύνου έχουμε κατά νου εάν συμβεί το σενάριο μιας παγκόσμιας (ή π.χ. μεσογειακής) κάμψης του τουρισμού – για πολλούς και διάφορους λόγους.
Η φετινή χρόνια, π.χ., δίνει μερικές ενδείξεις: είναι εμφανές ότι η κατά κεφαλήν δαπάνη των επισκεπτών (που αυξήθηκαν) στη χώρα μάλλον υποχωρεί, αφού οι τζίροι –παρά την ακρίβεια– δεν είναι αυξημένοι σε αποπληθωρισμένες τιμές. Το περίφημο ζητούμενο δεκαετιών (η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου) φαίνεται ότι δεν συγκινεί πολύ ούτε την πολιτεία ούτε το μικρό και μεγάλο ιδιωτικό κεφάλαιο.
Η τεχνητή νοημοσύνη, οι νέες βιομηχανικές τεχνολογίες ή ακόμα και η (μάλλον υπερεκτιμημένη) ενεργειακή μετάβαση σε εναλλακτικές πηγές, δεν φαίνεται να κυριαρχούν: απλώς υπάρχουν σε μικρό ποσοστό του παραγόμενου πλούτου στη χώρα. Οι δουλειές όμως στον τουρισμό –και η εμμονή στη μονοκαλλιέργεια του πακέτου στο τουριστικό προϊόν– δεν προσελκύει πλέον τις νέες εγχώριες γενιές. Οι κουζίνες, τα εστιατόρια και οι receptions των ξενοδοχείων σιγά σιγά κυριαρχούνται από ξένους εργαζόμενους.
Η χώρα έχει ανάγκη να «βλέπει» τι σπουδάζουν τα παιδιά της. Να σταματήσει η κοροϊδία με το brain gain και το ανάποδό του. Να «προλαμβάνει» τις επιλογές της νέας γενιάς, που σε κάποιες περιπτώσεις θέλει να απαγκιστρωθεί από το σύνδρομο της απόκτησης ακινήτων (παρά την τεράστια κληρονομιά στον τόπο αυτό), της ανέγερσης οικοδομής ενοικιαζόμενων, της απόκτησης μιας καφετέριας, ενός ρουχάδικου ή του βολέματος στα ξενοδοχεία.
Είναι εντυπωσιακά μεγάλος ο όγκος των σχεδιαζόμενων επενδύσεων σε τεράστιες τουριστικές μονάδες από το παραδοσιακό βιομηχανικό κεφάλαιο και την ελίτ της χώρας, όπως διαβάζουμε στα οικονομικά νέα σχεδόν καθημερινά. Αραγε πόσες κλίνες, πόσες πισίνες, πόσα facilities, όπως spa σε εντυπωσιακά συγκροτήματα, θα συνεχίσουν να αφήνουν λεφτά στον τόπο;
Πόσα παιδιά μας θα σπουδάζουν διάφορες επιστήμες και θα παίρνουν διδακτορικά, ενόσω τα 30 εκατομμύρια από τουρίστες θα καμώνονται οι υπεύθυνοι ότι θα τα αυξάνουν εσαεί; Και πόσο εύκολο είναι σήμερα αυτά τα δισ. από τα τουριστικά κέρδη να «διαχυθούν» στην κοινωνία δίκαια, σε εργαζόμενους και σε επαγγελματίες και όχι μόνο σε εγχώριους και ξένους μεγαλοπράκτορες και φυσικά σε μεγαλοϊδιοκτήτες μονάδων;
Πόσες ακόμα επιδοτήσεις θα πέφτουν στο μεγάλο real estate και στα πανάκριβα (για τις διακοπές των VIP ξένων) resorts, στερώντας παραγωγικό χρήμα σε καινοτομία, πρωτογενή τομέα, μεταποίηση και σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις τεχνολογίας ή παροχής εναλλακτικών υπηρεσιών και εμπορίου;
