Το φετινό καλοκαίρι, εκτός από τις θερμοκρασίες, καταγράφει και ένα άλλο, λιγότερο θορυβώδες αλλά εξίσου καυτό ρεκόρ στη χώρα μας: τη νέα ακαδημαϊκή χρονιά θα έχουμε πολλές σχολές πανεπιστημίων με δεκάδες ή και εκατοντάδες άδειες θέσεις. Αμφιθέατρα χωρίς φοιτητές. Θα έχουμε πανεπιστήμια που υπολειτουργούν επειδή έτσι το θέλησε η κυβέρνηση. Μαθητές και μαθήτριες που ολοκλήρωσαν το Λύκειο αλλά αποκλείστηκαν τεχνηέντως από την τριτοβάθμια εκπαίδευση, χωρίς καμία παιδαγωγική ή επιστημονική τεκμηρίωση για αυτή την πολιτική επιλογή.
Το βασικό κυβερνητικό εργαλείο του φετινού φαινομένου είναι το μέτρο της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ), που εφαρμόστηκε για πρώτη φορά το 2021. Σύμφωνα με αυτό, κάθε υποψήφιος για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια πρέπει να έχει συγκεντρώσει βαθμολογία τουλάχιστον ίση ή ανώτερη από την ΕΒΕ. Η οποία δεν είναι απόλυτη, αλλά διαμορφώνεται κάθε χρόνο ως ποσοστό επί του μέσου όρου των επιδόσεων όλων των υποψηφίων ανά επιστημονικό πεδίο. Επιπλέον, κάθε τμήμα επιλέγει τον δικό του «συντελεστή ΕΒΕ» (από 0,8 έως 1,2), γεγονός που διαφοροποιεί τον τελικό πήχη εισαγωγής από σχολή σε σχολή. Ακόμη και υψηλόβαθμοι υποψήφιοι αποκλείονται από σχολές που δεν πιάνουν την αντίστοιχη ΕΒΕ. Στην πράξη, η ΕΒΕ λειτουργεί ως «κόφτης» εισόδου στα πανεπιστήμια, αποκλείοντας δεκάδες χιλιάδες νέους κάθε χρόνο από την πρόσβαση στη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Φέτος, η εικόνα είναι αποκαλυπτική. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, πάνω από 22.000 θέσεις στα πανεπιστήμια μένουν ακάλυπτες, ενώ περίπου 10.000 υποψήφιοι δεν εισάγονται σε κάποια σχολή, όχι λόγω χαμηλής συνολικής βαθμολογίας τους, αλλά λόγω του αποκλεισμού από την ΕΒΕ. Οι δε κενές θέσεις δεν περιορίζονται σε σχολές μικρότερης ζήτησης ή σε απομακρυσμένες περιοχές. Ακόμα και η Νομική Σχολή του ΑΠΘ, μία από τις πλέον περιζήτητες της χώρας, κατέγραψε 125 κενές θέσεις, ενώ το Φυσικό Τμήμα του ίδιου ιδρύματος είχε πληρότητα μόλις 37%. Αντίστοιχη είναι η εικόνα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, όπου 1.030 θέσεις μένουν ακάλυπτες, με τμήματα όπως το Μαθηματικό, η Πληροφορική και η Ιστορία να δέχονται λιγότερους από τους μισούς εισακτέους που είχαν προκηρυχθεί. Στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, η Φυσική καλύπτει μόλις το 22% των θέσεων.
Το πρόβλημα είναι πιο έντονο στα περιφερειακά ιδρύματα, τα οποία πλήττονται διπλά. Από τη μία η ΕΒΕ μειώνει δραματικά τις εγγραφές, από την άλλη η πολιτεία, με το πρόσχημα της χαμηλής ζήτησης, αφήνει τα τμήματα υποστελεχωμένα ή οδηγεί τα ιδρύματα σε συγχωνεύσεις και λουκέτα. Η δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση στην περιφέρεια, αντί να ενισχύεται ως πυλώνας ανάπτυξης και ισόρροπης πρόσβασης, οδηγείται σταδιακά σε αποδυνάμωση και συρρίκνωση.
Ομως η κριτική στην ΕΒΕ δεν εξαντλείται στα νούμερα, αλλά στο βαθύ παιδαγωγικό και κοινωνικό ζήτημα που προκύπτει. Διότι η επίδοση σε έναν εξεταστικό διαγωνισμό, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν αποτυπώνει τη δυναμική ενός νέου ανθρώπου, ούτε τις συνθήκες που τη διαμόρφωσαν. Μαθητές και μαθήτριες, κυρίως από τα πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα, που ολοκληρώνουν με τεράστια προσπάθεια το Λύκειο, δεν αποκλείονται επειδή υστερούν σε ικανότητες, αλλά επειδή ένα άκαμπτο νεοφιλελεύθερο σύστημα αγνοεί τις άνισες αφετηρίες του αγώνα τους. Δεν διαθέτουν ιδιωτικά φροντιστήρια, πρόσβαση σε ενισχυτικές δομές ή ψηφιακούς πόρους. Παρ’ όλα αυτά, φτάνουν με αξιοπρέπεια στο τέλος του σχολικού τους δρόμου, για να βρουν μπροστά τους την πόρτα της ανώτατης εκπαίδευσης κλειστή, από μια ιδεοληπτική κυβέρνηση που νομοθετεί υπέρ των οικονομικά δυνατότερων.
Η ΕΒΕ δεν είναι εργαλείο εκπαιδευτικής ποιότητας, δεν αξιολογεί δίκαια, δεν αποτυπώνει ποιοτικές δυνατότητες, δεν ενθαρρύνει τη μάθηση. Λειτουργεί μόνο ως μηχανισμός ταξικού αποκλεισμού, που ευνοεί την ιδιωτική εκπαίδευση, τα κολέγια. Μετατρέπει τη μόρφωση σε προνόμιο για όσους μπορούν να πληρώσουν.
Προφανώς δεν πρόκειται για μια αστοχία της κυβέρνησης, αλλά για συνειδητή πολιτική επιλογή της, που εντάσσεται σε μια γενικότερη στρατηγική υποβάθμισης του δημόσιου πανεπιστημίου, ιδιωτικοποίησης της ανώτατης εκπαίδευσης και εδραίωσης των ανισοτήτων στη μόρφωση. Ενα εργαλείο που τιμωρεί τη φτώχεια αντί να υποστηρίζει την προσπάθεια.
Η απάντηση σε αυτή την πολιτική πρέπει να είναι ξεκάθαρη: κατάργηση της ΕΒΕ, στήριξη των μαθητών και μαθητριών με ενισχυτική διδασκαλία και θεσμούς συμπερίληψης, στήριξη των περιφερειακών πανεπιστημίων με χρηματοδότηση, με προσωπικό και πολιτική βούληση. Μια δημόσια εκπαίδευση που θα αγκαλιάζει και δεν θα απορρίπτει, που θα ενδυναμώνει και δεν θα αποκλείει.
Το 2025 είναι η χρονιά που η ΕΒΕ απογύμνωσε την πολιτική πρόθεση πίσω από τον τάχα μου «εκπαιδευτικό εξορθολογισμό» της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Ηρθε η στιγμή για την εκπαιδευτική κοινότητα, τους μαθητές, τους γονείς και συντονισμένες όλες μαζί τις προοδευτικές δυνάμεις της χώρας να πουν –έμπρακτα– για τη διάλυση της δημόσιας εκπαίδευσης: Ως εδώ. Η παιδεία δεν είναι για λίγους. Είναι για όλους.
* Εκπαιδευτικός, πρώην διευθυντής αναπληρωτής υπουργός Παιδείας, πρώην διευθύνοντας σύμβουλος του ΙΝΕΔΙΒΙΜ
