Πριν ξεκινήσω να γράφω το κείμενο αυτό, πρόθεσή μου ήταν να ενώσω τη φωνή μου με τους ανθρώπους που αγωνιούν και παλεύουν για τον παλαιστινιακό λαό και να μιλήσω για τα παιδιά της Γάζας. Ομως ούτε ν’ αρχίσω μια πρόταση δεν μπόρεσα. Είτε γιατί τα λόγια είναι πολύ φτωχά για να περιγράψεις τέτοια οδύνη, είτε γιατί στα γραφόμενα κάποιου που απολαμβάνει την ασφάλεια της πολυθρόνας του, όσο και αν η διάθεση συμπαράστασης είναι ειλικρινής, δεν θα πάψει να κρύβεται μία κάποια δόση υποκρισίας.
Γι’ αυτόν τον λόγο προτίμησα να διηγηθώ δυο ιστορίες για να μπορέσουμε να αισθανθούμε πραγματικά πόσο μα πόσο λάθος δρόμο έχουμε επιλέξει να πάρουμε ως κοινωνία αλλά και πόσο εύκολο θα ήταν -αν στην εποχή μας υπήρχαν αληθινοί πνευματικοί οδηγητές- να εξιλεωνόμαστε για τα διά παραλείψεως (αδιαφορίας) τελούμενα εγκλήματά μας ώστε αφενός να τα αναγνωρίζουμε και αφετέρου να μην τα επαναλαμβάνουμε.
Την πρώτη ιστορία μάς τη μεταφέρει ο Πλούταρχος και έχει τίτλο «Τις η παρά Δελφοίς Χάριλα». Η Χάριλα ήταν ένα εννιάχρονο πεντάρφανο κοριτσάκι που όταν έπεσε λιμός στους Δελφούς και ο βασιλιάς μοίραζε τρόφιμα στους πολίτες με προτίμηση στους πιο εύπορους (τους προτιμοτέρους κατά τον ιστορικό), αυτό, επειδή έφτασε τελευταίο και τα τρόφιμα είχαν τελειώσει και τόλμησε να ζητήσει μερίδα, ο Βασιλιάς το χτύπησε με το παπούτσι του και το έδιωξε. Από ντροπή το κοριτσάκι κρεμάστηκε. Εξαιτίας της ύβρης οι θεοί τιμώρησαν τους Δελφούς με αρρώστια.
Ο βασιλιάς ζήτησε χρησμό από το μαντείο και έλαβε την απάντηση ότι αιτία της αρρώστιας ήταν η συμπεριφορά των κατοίκων των Δελφών και του Βασιλιά τους εξαιτίας της οποίας αυτοκτόνησε η Χάριλα. Αμέσως και σε συνεργασία με τις Θυιάδες ιέρειες, βρήκαν το σημείο που κρεμάστηκε το κοριτσάκι, έθαψαν με τιμές το λείψανο και έκτοτε τελούσαν τελετές κάθαρσης και εξιλέωσης της αδικίας που έκαναν σε ένα παιδί, στη διάρκεια των οποίων ο βασιλιάς μοίραζε δωρεάν τρόφιμα σε όλους, ξένους και πολίτες.
Τη δεύτερη ιστορία μάς τη μεταφέρει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος και έχει να κάνει με τη διαφορά μεταξύ θείας και ανθρώπινης δικαιοσύνης σε έναν άλλο κόσμο, τον χριστιανικό αυτή τη φορά. Τη βρήκα στο βιβλίο του καλού μου φίλου Γιώργου Κωστούλα με τίτλο «Και μόνος και μετά πολλών» (εκδόσεις Metro). Αντιγράφω: «Τα παπαδιαμαντικά σύνορα μεταξύ της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης τα προσδιόρισε με την πνευματική φρονιμάδα του ο Αγιορείτης ασκητής Παΐσιος, όταν του ζητήθηκε η γνώμη του για την απόφαση ενός παπά να μη διαβάσει τη νεκρώσιμη ακολουθία για ένα κοριτσάκι που κρεμάστηκε, επειδή σκοινιάστηκε η γίδα τους και την είχε φοβερίσει από το πρωί ο πατέρας της πως αν δεν πρόσεχε και πάθαινε τίποτα το ζωντανό θα την κρεμούσε. “Καλά έκανε ο παπάς”, είπε ο Παΐσιος, “καλά έκανε και ο Θεός που το πήρε στον Παράδεισο”».
Οι ιστορίες αυτές μας δείχνουν πώς σκέφτονταν και συμπεριφέρονταν κάποτε οι άνθρωποι όταν οι θεοί ήταν κατ’ εικόνα και ομοίωση του δημιουργού τους, του Ανθρώπου δηλαδή, και πώς όταν ο άνθρωπος έγινε κατ’ εικόνα και ομοίωση του θεωρούμενου δημιουργού του, δηλαδή του Θεού. Και αυτά δεν είναι θέματα που σχετίζονται με τη διάκριση μεταξύ θείας και ανθρώπινης δικαιοσύνης αλλά δείχνουν τη διαφορά μεταξύ πολιτισμού και βαρβαρότητας. Πολιτισμός σημαίνει να φροντίζει ο άνθρωπος τον συνάνθρωπό του, ειδικά τα παιδιά και τους αναξιοπαθούντες. Βαρβαρότητα σημαίνει να επιτρέπεις να πεθαίνουν παιδιά τα οποία μάλιστα τα αφήνεις και «αδιάβαστα», εγκαταλείποντας τη φροντίδα τους (όχι μόνο τη γήινη αλλά και τη μεταθανάτια) στον Θεό.
Και φεύγοντας από τους Δελφούς και τις αγιορείτικες σκήτες και πηγαίνοντας στη Γάζα, όπου ο Περιούσιος Λαός του Θεού έχει κλείσει στην ποντικοπαγίδα του έναν άλλο «κατώτερο» λαό και δολοφονεί τα παιδιά του, τις μανάδες τους, τους γέρους και τις γριές, δίκαιους και αδίκους, οι υπόλοιποι δε λαοί κλείνουν τα μάτια στο αίμα αθώων και τ’ αυτιά στις κραυγές οδύνης και σπαραγμού, μια σκέψη μόνο μπορούμε να κάνουμε. Είμαστε ακόμα άνθρωποι; Είμαστε ζωντανοί με αίμα στις φλέβες μας και με καρδιές που πάλλονται ή νεκροζώντανοι που το μόνο για το οποίο νοιάζονται είναι η μαντινάδα που υμνεί το «χέσε, κλάσε, φάε, πιε, να τη η ζωή τ’ ανθρώπου». Είμαστε ακόμα άνθρωποι όταν κάποιοι αφήνουν παιδιά να πλησιάσουν τις βρύσες και τα τραπέζια με τρόφιμα-δολώματα (ανθρωπιστική βοήθεια λένε την ποντικοπαγίδα που έχουν στήσει τα καθάρματα) για να ξεδιψάσουν και να ξεγελάσουν την πείνα τους, και μετά τα πυροβολούν γελώντας κι εμείς σφυρίζουμε αδιάφορα; Είμαστε άνθρωποι;
