Η κυβέρνηση της Λιβύης κατήγγειλε τη χώρα μας με ρηματική διακοίνωση στον ΟΗΕ σχετικά με παραβίαση κυριαρχικών δικαιωμάτων της. Επικαλείται τις θαλάσσιες περιοχές «Νοτίως της Κρήτης 1» και «Νοτίως της Κρήτης 2», που βρίσκονται σε διαδικασία παραχώρησης από την Αθήνα. Η Τρίπολη εκφράζει στη ρηματική της διακοίνωση την ανησυχία της, θεωρώντας ότι η ελληνική κυβέρνηση δρα παράνομα παραχωρώντας προς έρευνα και εκμετάλλευση περιοχές νοτίως της Κρήτης που παραμένουν ανεπίλυτη διαφορά μεταξύ Ελλάδος και Λιβύης.
Από την άλλη πλευρά, η Λιβύη προκήρυξε διαγωνισμό για την παραχώρηση 22 υποθαλάσσιων οικοπέδων, κάποια από αυτά γειτνιάζουν με τις δύο παραχωρήσεις της Κρήτης και εφάπτονται της μέσης γραμμής με την Ελλάδα που όρισε ο νόμος Μανιάτη το 2011 ως δυνητικό όριο των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, προφανώς για να μην εμπλακούν οικονομικά συμφέροντα με γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις. Δηλαδή δεν ορίστηκαν με βάση το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών δεν έχει γίνει μεταξύ Ελλάδας και Λιβύης και η οριοθέτηση δεν μπορεί να είναι μονομερής. Η χώρα μας επικαλείται την αδυναμία διαπραγματεύσεων με τη Λιβύη λόγω της διαίρεσης της Λιβύης. Πώς όμως κατόρθωσε η Τουρκία σε αυτές τις συνθήκες να διαπραγματευθεί και να προκύψει το τουρκολιβυκό μνημόνιο;
Γιατί επί δεκαετίες Ελλάδα και Λιβύη δεν προέβησαν στην οριοθέτηση της ΑΟΖ, καίτοι η γεωγραφική τους θέση διευκόλυνε σε αυτό; Διότι η οριοθέτηση της ΑΟΖ Ελλάδας – Λιβύης δεν θα επέτρεπε στην Τουρκία να συνομολογήσει με την αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ κυβέρνηση της Τρίπολης το 2019 το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Σε τι βάθος χρόνου θα πρέπει να αναζητηθεί η ευθύνη των κυβερνήσεων της χώρας να ρυθμίσουν το θέμα της ΑΟΖ με τη Λιβύη προτρέχοντας της Τουρκίας;
Ο Ελμαχντί Ελμαρτζ, μόνιμος αντιπρόσωπος της κυβέρνησης Σάραζ της Λιβύης στον ΟΗΕ, δηλαδή της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Λιβύης, σε επιστολή του προς τον ΟΗΕ το 2020 κατηγορούσε την Ελλάδα ότι προσπάθησε στο παρελθόν να διεκδικήσει επήρεια που δεν της ανήκει. «Από το 2004, έγραφε, η Λιβύη διεξήγαγε τέσσερις γύρους διαπραγματεύσεων με την Ελλάδα με τη συμμετοχή εμπειρογνωμόνων και από τις δύο χώρες. Οι διαπραγματεύσεις αυτές δεν επέφεραν κανένα αποτέλεσμα, διότι η Ελλάδα επέμενε να καθορίσει τη θαλάσσια δικαιοδοσία της έναντι της Λιβύης με βάση τα εξαιρετικά μικρά ακατοίκητα νησιά χωρίς νομική σημασία. Η Ελλάδα επέμενε να σχεδιάσει μια διάμεση γραμμή βασιζόμενη σε αυτές τις υπερβολές των νησιών και αρνήθηκε να εφαρμόσει την αρχή της αναλογικότητας (ευθυδικία) που χρησιμοποιείται διεθνώς σε τέτοιες καταστάσεις.
Η αλληλογραφία μεταξύ των δύο πλευρών συνεχίστηκε μέχρι το 2014. Δυστυχώς η Ελλάδα αγνόησε εντελώς τα δικαιώματα της Λιβύης και έσπευσε με τους συμμάχους της στο Φόρουμ Φυσικού Αερίου της Ανατολικής Μεσογείου να συνάψει συμφωνίες και να εκμεταλλευτεί τις περιφερειακές εντάσεις για να επιβάλει de facto μονοπώλιο στην παραγωγή, υγροποίηση και μεταφορά αερίου (προφανώς εννοεί τον East Med)» («Καθημερινή», 10.1.2020). Τα ανωτέρω επιβεβαιώνει ο Χρήστος Ροζάκης στο βιβλίο «Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και το Διεθνές Δίκαιο», εκδ. Παπαζήση, 2013, σ. 47: «Η αδυναμία προσέγγισης των δύο μερών (Ελλάδας – Λιβύης) στο θέμα της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών στην περιοχή πρέπει να οφείλεται στις διαμετρικά διαφορετικές απόψεις τους σε σχέση με τη μέθοδο οριοθέτησης: η Λιβύη υποστηρίζει ότι η μέθοδος οριοθέτησης πρέπει να είναι η ευθυδικία –τη στιγμή που η Ελλάδα υποστηρίζει σταθερά τη μέση γραμμή– και αντιτίθεται σε απόδοση πλήρους επήρειας των ελληνικών νησιών νοτίως της Κρήτης και των ακτών της Πελοποννήσου». Να σημειώσουμε ότι το 2020, στο πλαίσιο της οριοθέτησης της ελληνοϊταλικής ΑΟΖ, στις νήσους Στροφάδες αποδεχθήκαμε επήρεια μόνον 32%. Γιατί όχι τότε;
Εκείνο όμως που εντυπωσιάζει διαβάζοντας άρθρο του Χρήστου Ροζάκη πάλι, με τίτλο «Το μνημόνιο Τουρκίας – Λιβύης και τα ελληνικά νησιά» («Καθημερινή», 8.12.2019), είναι ότι η Λιβύη προσέφυγε δύο φορές στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, τη μια με την Τυνησία (1982) και την άλλη με τη Μάλτα (1985) επί Καντάφι για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, δηλαδή η Τρίπολη ακολουθούσε τον δρόμο της διεθνούς Δικαιοσύνης για την επίλυση των θαλάσσιων διαφορών με τα γειτονικά κράτη. Στην Αθήνα λοιπόν εναπόκειτο επί τόσες δεκαετίες να συμφωνήσει και να πορευτεί με την Τρίπολη στη Χάγη. Ο Καντάφι το έπραξε, η Αθήνα όχι, διότι οι ελληνικές κυβερνήσεις προτάσσουν το πολιτικό κόστος και την επανεκλογή τους. Ομως οι εξελίξεις τρέχουν και ανατρέπουν το γεωπολιτικό σκηνικό.
