Η πρόσφατη εξαγγελία της κυβέρνησης Μητσοτάκη για τη διαγραφή των λεγόμενων «αιωνίων φοιτητών» από τα ελληνικά Πανεπιστήμια προκαλεί δικαιολογημένα έντονες αντιδράσεις στην πανεπιστημιακή κοινότητα και ευρύτερα στην κοινωνία. Την ώρα που χιλιάδες νέοι και νέες παλεύουν με εργασιακές, ψυχολογικές, οικογενειακές και οικονομικές δυσκολίες, η κυβέρνηση αντί να τους στηρίξει επιλέγει να τους τιμωρήσει.
Η ισχύουσα νομοθεσία (Ν. 4957/2022, άρθρο 76) ορίζει συγκεκριμένο όριο φοίτησης (ν+2 έτη για πλήρη φοίτηση) και προσαρμοσμένο όριο για μερική φοίτηση. Η δυνατότητα για μερική φοίτηση υπάρχει υπό αυστηρές προϋποθέσεις: εργασία τουλάχιστον 20 ωρών την εβδομάδα, σοβαρά προβλήματα υγείας, αναπηρία ή συμμετοχή σε πρωταθλητισμό. Οι φοιτητές υπό αυτό το καθεστώς μπορούν να δηλώσουν μέχρι το μισό των μαθημάτων ανά εξάμηνο. Ωστόσο, το μέτρο παραμένει ανεπαρκές: δεν εφαρμόζεται καθολικά, δεν αναγνωρίζει τις πολλαπλές μορφές δυσκολίας (π.χ. εργασία χωρίς σύμβαση, ψυχικά νοσήματα, οικογενειακές υποχρεώσεις) και δεν ενθαρρύνει τη διατήρηση των φοιτητών εντός της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
Στη Σουηδία, κάθε φοιτητής ή φοιτήτρια μπορεί να επιλέξει ο ίδιος τον ρυθμό των σπουδών του – είτε να παρακολουθεί το 100% του προγράμματος (πλήρη φοίτηση), είτε το 75%, το 50% ή ακόμη και το 25% (π.χ. ένα ή δυο μαθήματα το εξάμηνο), χωρίς να χρειάζεται να αιτιολογήσει την επιλογή του ή να πληροί ειδικά κριτήρια. Η ευελιξία είναι ενσωματωμένη στο σύστημα και θεωρείται αυτονόητη διευκόλυνση για την επιβίωση και την πρόοδο του φοιτητή. Στη Φινλανδία, κάθε φοιτητής καταρτίζει από την αρχή προσωπικό πλάνο σπουδών (PSP) μαζί με ακαδημαϊκό σύμβουλο. Το πλάνο προσαρμόζεται συνεχώς στις ανάγκες, τον ρυθμό και τις δυνατότητες του φοιτητή. Στη Γερμανία, το περίφημο Duales Studium συνδυάζει πανεπιστημιακές σπουδές με αμειβόμενη εργασία σε συνεργαζόμενη επιχείρηση. Ο φοιτητής αμείβεται, αποκτά επαγγελματική εμπειρία και συνδέεται ήδη από νωρίς με την αγορά εργασίας, χωρίς να εγκαταλείπει τις σπουδές του. Στη Γαλλία, αν και δεν υπάρχει επίσημος όρος «μερική φοίτηση», οι φοιτητές έχουν τη δυνατότητα να προσαρμόσουν το πρόγραμμά τους όταν εργάζονται, συμμετέχουν σε εθελοντισμό ή γενικότερα όταν αντιμετωπίζουν δυσκολίες.
Οι λεγόμενοι, από το καθεστώς Μητσοτάκη και τα ΜΜΕ που το στηρίζουν, «αιώνιοι φοιτητές» δεν είναι τεμπέληδες όπως θέλουν να τους παρουσιάζουν στην κοινή γνώμη. Είναι άνθρωποι που εργάζονται για να ζήσουν, που αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας, που μεγαλώνουν παιδιά ή φροντίζουν συγγενείς τους. Πολλοί εργάζονται χωρίς σταθερές συμβάσεις, με εποχική ή ακόμα και αδήλωτη («μαύρη») εργασία, γεγονός που τους καθιστά αόρατους για το ισχνότατο σύστημα στήριξης (;) και τους φέρνει αντιμέτωπους με τον κίνδυνο διαγραφής τους από το Πανεπιστήμιο, γιατί δεν μπορούν να αποδείξουν τις ώρες εργασίας τους. Οι διαγραφές λοιπόν που θέλει η κυβέρνηση δεν χτυπούν την οκνηρία – χτυπούν την ανάγκη.
Αντί να επιβάλλεται οριζόντια και τιμωρητική διαγραφή, πολλές ευρωπαϊκές χώρες υιοθετούν συστήματα «ενεργοποίησης» των φοιτητών τους: με προσωπικές συνεντεύξεις, ψυχοκοινωνική υποστήριξη, συμβουλευτική, προσαρμογή μαθημάτων. Η φοιτητική καθυστέρηση αντιμετωπίζεται ως σύμπτωμα που πρέπει να κατανοηθεί, όχι να κατασταλεί.
Αντί για ποινές, διαγραφές και αποκλεισμό, η Ελλάδα χρειάζεται: γενικευμένη εφαρμογή της μερικής φοίτησης χωρίς περιοριστικά κριτήρια, εξατομικευμένα πλάνα σπουδών με συμμετοχή των ίδιων των φοιτητών, συμβουλευτική και κοινωνική υποστήριξη, δομές ενίσχυσης για φοιτητές με δυσκολίες και διακοπές σπουδών, συνεργασία με την αγορά εργασίας μέσω προγραμμάτων δυαδικής εκπαίδευσης και προστασία του δικαιώματος στη μόρφωση για όλους.
Η μόρφωση δεν είναι αποκλειστικό δικαίωμα των οικονομικά δυνατών, ούτε μηχανισμός πειθάρχησης. Είναι αναφαίρετο δικαίωμα, δημόσιο αγαθό και θεμέλιο της κοινωνικής ισότητας. Σε μια εποχή όπου η νέα γενιά παλεύει με πολύ δύσκολους όρους για αξιοπρέπεια και προοπτική, η διαγραφή φοιτητών αποτελεί όχι απλώς αναχρονιστικό μέτρο, αλλά βαθιά ταξική επιλογή αποκλεισμού. Η διεθνής εμπειρία δείχνει πως τα Πανεπιστήμια του μέλλοντος δεν διαγράφουν, αλλά μορφώνουν – στηρίζοντας διαρκώς τον φοιτητή και τη φοιτήτρια, όχι εγκαταλείποντάς τους.
*Εκπαιδευτικός, πρώην διευθυντής αναπληρωτή υπουργού Παιδείας, πρώην διευθύνων σύμβουλος του ΙΝΕΔΙΒΙΜ
