Η πρόσφατη επαναφορά του ζητήματος της διαγραφής των «αιώνιων φοιτητών» προκαλεί και πάλι πολιτική ένταση και κοινωνική συζήτηση – δίχως όμως να λύνει το πραγματικό πρόβλημα. Πρόκειται για μια «εύκολη λύση», ένα πυροτέχνημα που επανέρχεται τακτικά στον δημόσιο διάλογο ως επίφαση μεταρρύθμισης, την ώρα που η ουσία του προβλήματος παραμένει ανέγγιχτη: ένα εκπαιδευτικό σύστημα βαθιά ανταγωνιστικό, ανελαστικό και συχνά αποκομμένο από τις ανάγκες των φοιτητών και της κοινωνίας.
Αντί να εξετάσουμε γιατί ένας φοιτητής αδυνατεί να ολοκληρώσει τις σπουδές του εντός «εύλογου» χρόνου, προτιμάμε να επιβάλουμε χρονικά όρια ως τιμωρία. Αγνοούμε ότι πολλοί φοιτητές εργάζονται για να συντηρηθούν, αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας, οικογενειακές δυσκολίες ή έχουν αλλάξει ενδιαφέροντα. Αγνοούμε ότι το ίδιο το πανεπιστήμιο με ελλείψεις σε διδάσκοντες, συχνές απεργίες, γραφειοκρατικά εμπόδια και εξεταστικά αδιέξοδα συχνά δυσκολεύει αντί να διευκολύνει την πρόοδο.
Ας δούμε όμως ψύχραιμα τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών.
Τα υπέρ των διαγραφών: Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένα πανεπιστήμιο δεν πρέπει να λειτουργεί με «νεκρές ψυχές» στο μητρώο του. Υπάρχουν φοιτητές που έχουν εγκαταλείψει σιωπηλά εδώ και χρόνια τις σπουδές τους, χωρίς κανένα ενδιαφέρον επιστροφής. Ενα θεσμικό όριο εύλογης διάρκειας μπορεί να προσφέρει διοικητική καθαρότητα και θεσμική σαφήνεια. Η πειθαρχία και η υπευθυνότητα δεν είναι έννοιες ξένες προς την παιδεία. Μπορεί λοιπόν να γίνει διαγραφή μέχρι και τις δεκαετίες ’70 και ’80, απλά γιατί τα πανεπιστήμια χρειάζονται σαφή στοιχεία που να μην αλλοιώνουν τα στατιστικά τους δεδομένα αξιολόγησης.
Ωραία ώς εδώ. Αλλά αυτά τα επιχειρήματα στέκουν μόνο όταν αφορούν τις ακραίες περιπτώσεις. Οχι όταν γίνονται λαιμητόμος για χιλιάδες νέους και νέες.
Τα κατά των διαγραφών: Ποιος μίλησε ποτέ με αυτούς τους «αιώνιους» φοιτητές; Πόσοι εργάζονται για να ζήσουν, δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν, αντιμετωπίζουν οικογενειακές, ψυχολογικές ή υγειονομικές δυσκολίες; Πόσοι εγκλωβίζονται σε άκαμπτα προγράμματα σπουδών, σε εξεταστικές «παγίδες», σε συστήματα χωρίς καμία φοιτητοκεντρική λογική; Πόσοι δεν εγκατέλειψαν ποτέ τις σπουδές τους, απλώς τις συνεχίζουν με διαφορετικό ρυθμό και τώρα καλούνται να διαγραφούν σαν περιττό βάρος;
Αναρωτιέμαι: Τι έκανε ποτέ η Πολιτεία για να στηρίξει εκείνον τον φοιτητή που έμεινε πίσω; Του έδωσε δεύτερη ευκαιρία; Πρόσβαση σε σύμβουλο σπουδών, επανασύνδεση με το πρόγραμμα, ευελιξία; Ή τον αντιμετώπισε σαν στατιστικό πρόβλημα που πρέπει να λυθεί με ένα delete;
Η θέση μου είναι καθαρή: Χρειαζόμαστε κανόνες, όχι τιμωρίες. Χρειαζόμαστε ένα πανεπιστήμιο που ενσωματώνει, όχι που αποβάλλει. Που αναγνωρίζει τις διαφορετικές πορείες των φοιτητών, προσφέρει υποστήριξη, ευελιξία, σεβασμό στην ανθρώπινη διαδρομή. Οχι ένα αυστηρό ρολόι που διαγράφει όσους δεν προλαβαίνουν να «πιάσουν τον στόχο» εντός προθεσμίας. Η «διαγραφή» λοιπόν δεν λύνει τίποτα. Ούτε ενισχύει την ποιότητα των σπουδών, ούτε εξοικονομεί ουσιαστικούς πόρους, ούτε αντιμετωπίζει την αιτία του φαινομένου. Αντίθετα, μετατρέπει τη δομική αποτυχία του εκπαιδευτικού μας συστήματος σε ατομική ενοχή. Πρόκειται κυρίως για μια συμβολική πράξη «νοικοκυρέματος», που εξυπηρετεί πολιτική επικοινωνία και όχι παιδαγωγική πρόοδο.
Το ερώτημα που πρέπει να τεθεί είναι διαφορετικό. Πώς μπορούμε να διαμορφώσουμε ένα πανεπιστήμιο που δεν πετάει έξω τους «αργούς», αλλά που αναγνωρίζει τις διαφορετικές πορείες των φοιτητών. Πώς θα δημιουργήσουμε ένα σύστημα σπουδών που δίνει ευκαιρίες επανένταξης, στήριξης, ευελιξίας. Ενα σύστημα που δεν προκρίνει τον αποκλεισμό αλλά την ενσωμάτωση.
Η διαγραφή των αιώνιων φοιτητών, τελικά, μοιάζει με πυροτέχνημα. Πολύ κακό για το τίποτα. Ή μάλλον: πολύ κακό για να αποκρύψει τα βαθιά, δομικά προβλήματα που συνεχίζουν να υπονομεύουν το ελληνικό πανεπιστήμιο. Και αυτά τα προβλήματα δεν λύνονται με απουσιολόγια, αλλά με όραμα, επένδυση και σεβασμό στον άνθρωπο και στη γνώση. Στοιχεία που διαχρονικά δεν αποτελούν χαρακτηριστικά της ηγεσίας του υπουργείου «αντι-παιδείας» μας.
Η μόνη ουσιαστική εξυγίανση είναι αυτή που ξεκινά με αυτοκριτική και τελειώνει με φροντίδα. Τα υπόλοιπα είναι, όπως το λέμε και το ξαναλέμε: πολύ κακό για το τίποτα. Ή μάλλον – πολύ κακό για να κρύψουμε τις αδυναμίες μας.
* Ομότ. καθηγητής ΕΜΠ, πρ. πρύτανης, γ.γ. Ευρωπαϊκού Συλλόγου Ομότ. Καθηγητών
