Στην αρχή παρατηρούσε τον καιρό τις Δευτέρες. Τότε που έπαιζε η ομάδα του, η Νήαρ Ηστ, στο ανοιχτό γήπεδο. Τότε ανησυχούσε γιατί ο κακός καιρός θα μπορούσε να είναι η αιτία για την αναβολή του παιχνιδιού. Και δεν ήθελε να χάσει το ματς της αγαπημένης του ομάδας. Ηταν από τις πιο ευχάριστες ώρες του. Αργότερα ως αθλητής ανησυχούσε περισσότερο. Πάντοτε ο καιρός, η συννεφιά και η βροχή δεν ήταν σύμμαχός του, το ανοιχτό γήπεδο είχε αυτό το μειονέκτημα, ήθελε καλές καιρικές συνθήκες. Και ήταν και η γκρίνια της μάνας του που τον λοξοκοιτούσε κάθε φορά που ετοιμαζόταν.
«Πού θα πας με αυτόν τον καιρό; Θα αρρωστήσεις. Θα χάσεις τα μαθήματά σου…» του έλεγε και απειλούσε ότι θα το πει στον πατέρα του που, ευτυχώς για εκείνον, έλειπε.
«Δεν πρόκειται να βρέξει. Ετσι κι αλλιώς, αν βρέξει, διακόπτεται ο αγώνας», παρηγορούσε εκείνος τη μάνα του και τον εαυτό του.
«Θα αρχίσει η βροχή μετά το ματς» έλεγε στον εαυτό του.
Μετά από τόσα και τόσα μονά στο ανοιχτό γήπεδο, ο άνεμος είχε γίνει φίλος του. Ισως και η βροχή. «Πώς φαίνονται ρε οι μπασκετικοί των ανοιχτών γηπέδων» του είχε πει αργότερα ένας φίλος του. Και έτσι ήταν. Διά γυμνού οφθαλμού -που λέμε- διακρίνονται. Και με αέρα και με ψιλόβροχο, εκεί στην τρέλα τους, στην εξάρτηση, στην πορτοκαλί μπάλα.
Πόσες και πόσες φορές ταξίδεψε νοερά στη χώρα του αγαπημένου του μπάσκετ, τη χώρα του Τζέρι Γουέστ, του Χακίμ Ολάζουον, του Σακίλ Ο’ Νιλ, του Ουίλτ Τσάμπερλεϊν, του Μπιλ Ράσελ, του Μάτζικ Τζόνσον και του απίστευτου Μάικλ Τζόρνταν. Και αργότερα πόσες και πόσες φορές ζήλεψε τους μεγάλους παίκτες του ελληνικού μπάσκετ. Πόσο ήθελε να τους μοιάσει.
Ο,τι τον πείραζε, ό,τι δεν τον έκανε χαρούμενο το άφηνε πίσω. Ηταν ευτυχισμένος όταν προσπαθούσε να κάνει το διπλό σπάσιμο στον αέρα, την προσποίηση στον αντίπαλο, το jump shot που αναστάτωνε το διχτάκι. Σε στιγμές που ξέφευγαν από τη μίζερη πραγματικότητα. Η νίκη, η άνοδος, η κορυφή τον έκαναν να νιώθει σαν τον ήρωα της ημέρας. Εστω και της στιγμής. Μια στιγμή, μια αιωνιότητα.
Και μετά ο κόσμος άλλαξε. Και μετά απλά μεγάλωσε, τον πλάκωσαν οι υποχρεώσεις, τα όνειρα υποχώρησαν μπροστά στην πεζή πραγματικότητα. Ξέχασε, συμβιβάστηκε, μπήκε στο λούκι της καθημερινότητας.
Και όμως, όταν αναλογίζεται το παρελθόν, όταν μπροστά του εμφανίζεται μια πορτοκαλί, όμορφη μπάλα, υποτροπιάζει, επανέρχεται στις εξαρτήσεις του, μεταμορφώνεται στην προηγούμενη νιότη του. Νομίζει ότι είναι ο ίδιος ο σουτέρ και τα βάζει με πιτσιρικάδες. Δεν τα καταφέρνει βέβαια. Μερικές φορές η μπάλα δεν φτάνει ούτε στο στεφάνι, airball το λένε τώρα, μερικές φορές μπορεί να χάσει την ισορροπία του, να γκρεμιστεί.
Και σε όλα αυτά αντιστέκεται και πολλές φορές κραυγάζει για να το πιστέψει και ο ίδιος: «Ακόμα το έχω, ρε φίλε, ακόμα μπορώ να παίξω και να ονειρευτώ».
*Πανεπιστημιακός – συγγραφέας
