Αν κάτι είχε απομείνει από τον προσκοπικό ενθουσιασμό του Τραμπ που ήθελε να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία μέσα σε 24 ώρες, αυτό έπαψε να υφίσταται από τη στιγμή που ο Λευκός Οίκος έδωσε το πράσινο φως στον Νετανιάχου να επιτεθεί στο Ιράν.
Η Ρωσία εισέβαλε πριν από τριάμισι χρόνια στην Ουκρανία στέλνοντας ένα σαφές μήνυμα ότι δεν μπορούν να αγνοούνται τα ζωτικά και υπαρξιακά της συμφέροντα στο ευρύτερο σύστημα ασφάλειας της Ευρώπης.
Σήμερα, σε μια σαφώς ευμενέστερη συγκυρία, η Μόσχα που έχασε πριν από μήνες τη Συρία δεν μπορεί να παρακολουθήσει ως θεατής τη διαμόρφωση μιας νέας Μέσης Ανατολής από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Η Ρωσία, που προμηθεύεται drones από το Ιράν, έχει αναδείξει στενή συμμαχική σχέση με την Τεχεράνη τα τελευταία χρόνια.
Το παραπάνω σκηνικό δεν επιτρέπει να υπάρχει προσδοκία για διπλωματική αναζήτηση φόρμουλας τερματισμού της σύγκρουσης στην Ουκρανία για το ορατό μέλλον.
Μόνο μια ενδεχόμενη κατάρρευση του μετώπου στην Ουκρανία και μια προέλαση των ρωσικών δυνάμεων προς Δυσμάς θα αλλάξουν το σημερινό σκηνικό όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την επίθεση των ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν.
Εύλογα τίθεται το ερώτημα αν η Ρωσία θα διαμορφώσει κοινή στάση με την Κίνα απέναντι στην απόφαση των ΗΠΑ του Τραμπ να προσυπογράψουν την ατζέντα του Νετανιάχου την οποία είχαν απορρίψει και ο Ομπάμα και ο Μπάιντεν.
Εάν το Ιράν καταστεί ακυβέρνητη πολιτεία κατά το πρότυπο του Ιράκ, της Συρίας και της Λιβύης, η αποσταθεροποίηση θα γίνει αισθητή στην πρώην ΕΣΣΔ και πιο συγκεκριμένα στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία.
Τον Οκτώβριο του 2015, σχεδόν δύο χρόνια μετά την ανάφλεξη στην Ουκρανία η Ρωσία με το πράσινο φως των ΗΠΑ ενεπλάκη στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας στο πλευρό του Ασαντ. Η διαφορά του 2015 με το σήμερα είναι ότι τότε ΗΠΑ και Ρωσία είχαν κοινό παρονομαστή ζωτικών συμφερόντων τους τζιχαντιστές του «Ισλαμικού κράτους».
Σήμερα η Μόσχα αισθάνεται να απειλούνται ζωτικά της συμφέροντα στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.
