ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βασιλική Στεργίου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ζει όλα τα ζαβά και τα ανάποδα μιας παρεξήγησης. Παλεύει με τους πιο απίθανους τρόπους για τον επιούσιο. Πολεμάει τους Γερμανούς στην Κατοχή, την αδικία, την κακεντρέχεια, την κακομοιριά. Εξοργίζει τους πονηρούς. Συντρέχει τους κατατρεγμένους. Απογυμνώνει τους καπάτσους. Μακελεύει τον εαυτό του για να βολεύονται οι άλλοι. Μιλάει στα ζώα κι αυτά του απαντούν. Ακούει το γουργουρητό της κοιλιάς ενός πεινασμένου, την ώρα που γρυλίζει ο ήχος ενός μοτοσακού. Βιγλατίζει τ’ αόρατα. Τσακώνει τ’ άπιαστα.

Γύρω από το φαλακρό κεφάλι του χορεύουν άστρα και αηδονάκια. Από το στόμα του γλιστράει ένα τρελό τρεχαντήρι λέξεων και ακατάληπτων φωνημάτων. Ωστόσο, με ό,τι και όσους συναγελάζεται ασφυκτιά. Ενας αόρατος κοινωνικός κορσές τον σφίγγει. Γύρω του ο κόσμος, έτσι όπως είναι θεόστραβα φτιαγμένος, είναι μια φυλακή κι εκείνος ανυπομονεί να αποδράσει. Σαν ανθρώπινο ελατήριο –όπως στα παιχνίδια-κουτιά απ’ όπου εκτινάσσονται κλόουν– σαλτάρει μέσα από την εκάστοτε ασφυκτική συνθήκη και αρχίζει να τρέχει.

Αυτός είναι ο Θανάσης Βέγγος, ο ηθοποιός που έχει κάνει στη μεγάλη οθόνη τα περισσότερα χιλιόμετρα από κάθε άλλο Ελληνα ηθοποιό. Χιλιόμετρα με τα πόδια, με το κεφάλι ανάποδα κι από πάνω ο ουρανός βαμβάκι ή μαύρος σαν καλιακούδα. Χιλιόμετρα με τη βέσπα, με το κάρο, με τα χέρια δεμένα πίσω σε μια διαρκώς μάταιη άσκηση καρτερικότητας που τελικά εκρήγνυται σε ακόμα μια υπερκινητική ακαθισιά. Τότε, στη στάση του ακάθιστου ανθρώπου, το πρόσωπό του συσπάται ξαφνικά και το αναρχικό γέλιο του αστράφτει σαν φλας μέσα στο πλάνο. Το βλέμμα του αναφλέγεται σε μια ξεκούρδιστη, σπαρταριστή θέαση όλων όσους εκείνος αντικρίζει μέσα σ’ αυτό, κυρίως ανθρώπους βεβαίως που τον κοιτάζουν έκπληκτοι, άναυδοι ή περιχαρείς εξαιτίας της υπερβολικής κατάστασης που κάθε φορά κινεί την απρόβλεπτη συμπεριφορά του.

Θανάσης Βέγγος, ο ερχόμενος! Ο ερχόμενος προς το ακούσιο πάθος, αυτός που πάλι θα δαπανηθεί μέχρις εσχάτων. Μέχρι εκεί που το Εγώ του ηθελημένα θρυμματίζεται σαν κανατάκι του νερού και τη θέση του παίρνει ένα μάγμα καλοσύνης που ρέει άτακτα διακλαδιζόμενη παντού και μεταμορφώνει τις ζωές των ανθρώπων γύρω του – προσφέρει ένα κουλούρι στον άγνωστο αστυφύλακα, κουβαλάει στην πλάτη του μια υπέρβαρη γυναίκα, χαρίζει το τελευταίο του τάλιρο σε έναν κουρελή… Αυτή η ανυπολόγιστα κωμική και δραματική ταυτόχρονα δαπάνη δεν ξοδεύεται ποτέ γιατί αναπληρώνεται μέσα από την ανιδιοτέλεια που την ενεργοποιεί κάθε φορά: τα κίνητρά του δεν θηρεύουν την αίγλη, τον εντυπωσιασμό, το κέρδος, το χειροκρότημα, το προσωπικό συμφέρον.

Ο Θανάσης Βέγγος προσφέρει τον εαυτό του, τον χαρίζει, τον σκορπάει, τον εκθέτει πέρα από κάθε σύμβαση, γιατί μόνο έτσι αισθάνεται ελεύθερος. Είναι ο άνθρωπος εκείνος ο σπάνιος που, ενώ γνωρίζει πολύ καλύτερα από τους πατενταρισμένα εξυπνάκηδες τι συμβαίνει στις ψυχές τους, κατευνάζει την αλαζονεία τους, παροπλίζοντάς τους με την πρωτογενή, γνήσια ειλικρίνειά του και την καταιγιστική αμεσότητά του. Καθησυχάζει τρόπον τινά την κακία, την επιθετικότητα και κυρίως εκείνη τη μορφή της ευφυΐας που κομπάζει όντας αρπακτική, σπουδαιοφανής και εκκωφαντικά νικηφόρα. Και αν στην ωριμότητα της ζωής του σκοτώνει τον λαθροκυνηγό που πυροβολεί τη νανόπαπια, είναι γιατί το αστείο κάπου τελειώνει μέσα του και τα ανεβασμένα γράδα της ψυχής του τον καλούν να νοηματοδοτήσει με τρόπο αλησμόνητο την αξία των πλασμάτων. Αυτή τη φορά, εντελώς σοβαρά.