Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εξήντα δύο χρόνια μετά την εμβληματική ομιλία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, στην οποία παρουσίασε το όραμά του για μια κοινωνία δικαίου χωρίς διακρίσεις, η πραγματικότητα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από ανισότητες και αποκλεισμούς. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα άτομα με αναπηρία υπολογίζονταν το 2020 στο 25% του πληθυσμού. Παρόλο που το 2006 ο ΟΗΕ προχώρησε στη σύνταξη της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, τα άτομα αυτά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια στην πρόσβαση στην υγεία, την εκπαίδευση, την πολιτική ζωή και, φυσικά, στην εργασία. Σύμφωνα με στοιχεία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2023), το 28,8% των ατόμων με αναπηρία βρίσκονταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, έναντι του 18% των ατόμων χωρίς αναπηρία.

Το άρθρο 27 της Σύμβασης αναγνωρίζει το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρία στην εργασία, την ισότιμη μεταχείριση και την παροχή υποστήριξης στο εργασιακό τους περιβάλλον. Είναι ευρέως γνωστό ότι η εργασία, είτε μισθωτή είτε εθελοντική, έχει ευεργετικά αποτελέσματα στην ψυχική υγεία και στην ψυχοκοινωνική αποκατάσταση ατόμων με ψυχιατρικές διαταραχές. Για αυτόν τον λόγο, προγράμματα όπως του Κέντρου Ημέρας Franco Basaglia της ΕΠΑΨΥ στοχεύουν στην επαγγελματική επανένταξη και ενδυνάμωση των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

Ενδεικτικά, το 2021 πραγματοποιήθηκε μελέτη καταγραφής των ποσοστών κοινωνικής επανένταξης μέσω εργασίας, εθελοντισμού ή εκπαίδευσης. Μελετήθηκε η πορεία αποκατάστασης 171 ατόμων που έλαβαν υπηρεσίες από το Κέντρο Ημέρας μεταξύ 2013-2020. Το 80% του δείγματος είχε στο ιστορικό του τουλάχιστον μία νοσηλεία και είχε λάβει προηγουμένως διάγνωση στο φάσμα της ψύχωσης. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το 35% των ανθρώπων του δείγματος που είχαν συμμετάσχει ενεργά στο πρόγραμμα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης με ατομικές και ομαδικές συναντήσεις υποστήριξης, μετά από ένα διάστημα κατάφεραν να κάνουν το επόμενο βήμα στην ψυχοκοινωνική αποκατάσταση είτε μέσω της εύρεσης εργασίας (40%), είτε με την εθελοντική απασχόληση (18%) σε κάποιο φορέα που παρέχει κοινωφελές έργο, είτε συνεχίζοντας τις σπουδές τους (13%). Επιπλέον, φάνηκε ότι όσοι είχαν προηγούμενη εργασιακή εμπειρία και ζούσαν με την οικογένειά τους είχαν υψηλότερες πιθανότητες επανένταξης σε σύγκριση με όσους δεν είχαν τέτοια εμπειρία και διέμεναν σε στεγαστικές δομές. Προσεγγίζοντας τις  προσωπικές εμπειρίες των μελών του Κέντρου Ημέρας από τον χώρο εργασίας τους με έναν ποιοτικό τρόπο, πραγματοποιήθηκαν σύντομες συνεντεύξεις με τρία μέλη.

Η Ιστορία του Σ.

Ο Σ. είναι 38 ετών και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Πληροφορική σε δημόσιο ΙΕΚ και μετεκπαιδεύτηκε στα λογιστικά. Οι ψυχολογικές του δυσκολίες ξεκίνησαν στα 19 του χρόνια και έκτοτε έχει διαγνωστεί με ψυχιατρική νόσο. Έχει νοσηλευτεί τρεις φορές – δύο εκούσια και μία ακούσια. Το 2021 ξεκίνησε να λαμβάνει υπηρεσίες από το Κέντρο Ημέρας Franco Basaglia, όπου παρακολούθησε ατομικές και ομαδικές συνεδρίες με στόχο τη μείωση του άγχους και τη βελτίωση των διαπροσωπικών του σχέσεων.

Αν και έχει εργαστεί σε διάφορους επαγγελματικούς τομείς, αυτή την περίοδο δεν εργάζεται. Δεν έχει αποκαλύψει ποτέ την ψυχιατρική του διάγνωση στους χώρους εργασίας του, καθώς φοβάται ότι θα τον αντιμετωπίσουν διαφορετικά ή με επιφύλαξη. Έχει εργαστεί μέσω της ΔΥΠΑ, όπου οι εργοδότες γνώριζαν ότι είναι ΑμεΑ, αλλά, όπως αναφέρει, δεν τον αντιμετώπιζαν διαφορετικά.

«Δεν ήταν ανάγκη να το αναφέρω», λέει χαρακτηριστικά. «Αισθανόμουν ότι μπορώ να ανταπεξέλθω ισάξια στο χώρο εργασίας. Αν δεν προσπαθούσα να δουλέψω, δεν θα είχα φτάσει στο σημείο που είμαι σήμερα». Η μεγαλύτερη περίοδος συνεχούς εργασίας του ήταν εννέα μήνες, κυρίως σε απαιτητικά περιβάλλοντα όπως η εστίαση και το λιανεμπόριο. Αναφέρει ότι η συναισθηματική πίεση και η πολυκοσμία συχνά επιδείνωναν τα συμπτώματά του, καθιστώντας δύσκολη την παραμονή του σε μία θέση για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Στην πιο πρόσφατη δουλειά του σε σούπερ μάρκετ, παραιτήθηκε λόγω της απότομης συμπεριφοράς της εργοδότριάς του. Ιδανικά, θα ήθελε μια εργασία που να του επιτρέπει μεγαλύτερη αυτονομία, χωρίς αυστηρή ιεραρχία και έλεγχο. «Θέλω να δουλέψω με τον τρόπο που θέλω εγώ. Η γνώση είναι σημαντικός παράγοντας στη ζωή ενός ανθρώπου. Θα ήθελα να προσφέρω κάτι πιο ουσιαστικό από το να δίνω μια παραγγελία».

Η εργασία είναι ζωτικής σημασίας για τον Σ., όχι μόνο για τη βιοποριστική της διάσταση, αλλά και για τη διατήρηση της αυτοεκτίμησής του. «Όταν δεν έχω δουλειά, νιώθω άχρηστος, συγκρίνομαι με άλλους και νιώθω ανίκανος. Η έλλειψη χρημάτων σε κρατάει πίσω, δημιουργεί αίσθημα απαξίωσης και δεν αισθάνεσαι καλά με τον εαυτό σου».

Η ιστορία του Σ. αναδεικνύει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα άτομα με ψυχικές διαταραχές στην αγορά εργασίας, αλλά και τη σημασία της επαγγελματικής ένταξης για την ψυχική τους υγεία. Η κοινωνία οφείλει να δημιουργήσει συνθήκες που επιτρέπουν την ισότιμη συμμετοχή όλων στην εργασία, χωρίς προκαταλήψεις και διακρίσεις. Όπως λέει και ο ίδιος: «Δεν είναι εύκολο να δουλεύεις, αλλά σίγουρα είναι καλύτερο από το να κάθεσαι σπίτι».

Η Ιστορία του Γ.

Ο Γ. είναι 31 ετών και μένει στην Αθήνα. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του σε Τ.Ε.Ι. και έχει εργαστεί σε πολλές εταιρείες του κλάδου. Οι ψυχοκοινωνικές του δυσκολίες ξεκίνησαν στα 26 του χρόνια, ενώ έχει νοσηλευτεί δύο φορές. Απευθύνθηκε στο Κέντρο Ημέρας τον Φεβρουάριο του 2023.

Κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του πορείας, βίωσε ψυχωτικά επεισόδια, τα οποία επηρέασαν τη σταθερότητά του στην εργασία. Το πρώτο επεισόδιο προκλήθηκε από χρήση κάνναβης, ενώ το δεύτερο σημειώθηκε σε μια περίοδο μεγάλης αλλαγής: την ίδια στιγμή που μετακινούταν από τη δεύτερη στην τρίτη του εργασία, βίωνε και έναν προσωπικό χωρισμό. Αν και η πρώτη εταιρεία στην οποία εργάστηκε τον απέλυσε, επικαλούμενη έλλειψη αντικειμένου εργασίας, εκείνος συνειδητοποιεί ότι η επιδείνωση της ψυχικής του κατάστασης έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόφαση αυτή.

Αντίθετα, στη δεύτερη εταιρεία όπου εργάστηκε – μια πολυεθνική με σεβασμό στην ψυχική υγεία – οι συνθήκες ήταν πιο υποστηρικτικές. Οι εργοδότες γνώριζαν για τη νοσηλεία του και του παρείχαν τον απαιτούμενο χώρο και χρόνο προσαρμογής, χωρίς στιγματισμό. Ο ίδιος αναγνωρίζει ότι έχει υπάρξει τυχερός, καθώς δεν έχει αντιμετωπίσει άμεσες διακρίσεις λόγω της ψυχικής του υγείας. Ωστόσο, αυτοστιγματίζεται, θεωρώντας συχνά ότι δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του.

Η Ιστορία του Β.

Ο Β. είναι 59 ετών και έχει ολοκληρώσει την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η πρώτη του επαφή με επαγγελματία ψυχικής υγείας ήταν στα 36 του έτη, αλλά όπως ο ίδιος αναφέρει, οι δυσκολίες πάντα ήταν εκεί. Απευθύνθηκε στο Κέντρο Ημέρας το καλοκαίρι του 2023, καθώς δυσκολευόταν ψυχολογικά μετά την παραίτησή του από την εργασία του, με την αφήγηση ότι ο προϊστάμενός του τον πίεζε και είχε πρόσβαση στα προσωπικά του δεδομένα. Ο Β. ανέφερε ότι κάποια πρόσωπα είχαν πρόσβαση στα αρχεία του υπολογιστή του και τα συζητούσαν. Η πολυκλαδική ομάδα του κέντρου ημέρας του πρότεινε εκτίμηση από ψυχίατρο και ατομική ψυχολογική υποστήριξη.

Αν και οι ψυχολογικές του δυσκολίες εντοπίζονται στις διαπροσωπικές του σχέσεις, τόσο στο οικογενειακό όσο και στο επαγγελματικό του περιβάλλον, η τρέχουσα εργασία του στον ΚοιΣΠΕ τον βοηθά στην κοινωνικοποίησή του και στην καλλιέργεια μιας σταθερής ρουτίνας. Παρά τις δυσκολίες που είχε αντιμετωπίσει σε προηγούμενες δουλειές, όπου η επικοινωνία με τους συναδέλφους ήταν προβληματική, στη νέα του θέση αισθάνεται κατανόηση και στήριξη από τους συνεργάτες του. Αναγνωρίζει την ανάγκη για ισχυρότερη επικοινωνία στον χώρο εργασίας, ωστόσο εκτιμά την ήρεμη ατμόσφαιρα και τη μικρή ένταση που χαρακτηρίζει το περιβάλλον.

Τι μπορούν να μας μάθουν για την αγορά εργασίας τα ίδια τα άτομα με ψυχοκοινωνικές δυσκολίες ;

Οι προκλήσεις και τα οφέλη της εργασίας στην ψυχική υγείας αναδεικνύονται μέσα από τις αφηγήσεις του Σ., του Γ. και του Β. Η εργασία αποτελεί έναν από τους βασικότερους παράγοντες που επηρεάζουν την ψυχική υγεία του ανθρώπου, τόσο θετικά όσο και αρνητικά. Από τη μία πλευρά, ένα σταθερό και υγιές εργασιακό περιβάλλον μπορεί να ενισχύσει σημαντικά την ψυχική υγεία, προσφέροντας οικονομική ασφάλεια, αίσθηση σκοπού, κοινωνικές σχέσεις και καθημερινή ρουτίνα. Η αξιοπρεπής εργασία συμβάλλει στην αυτοεκτίμηση και την προσωπική ανάπτυξη του εργαζόμενου, ενώ για άτομα που αντιμετωπίζουν ψυχικές δυσκολίες, η συμμετοχή στην εργασία μπορεί να λειτουργήσει θεραπευτικά και υποστηρικτικά.

Όλοι οι συμμετέχοντες συμφωνούν ότι η ψυχοθεραπεία και η υποστήριξη από τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας έχουν καταλυτικό ρόλο στην επαγγελματική τους πορεία και στη διαχείριση των εργασιακών προκλήσεων. Η υποστήριξη αυτή όχι μόνο βοηθά στην αντιμετώπιση των ψυχολογικών συμπτωμάτων, αλλά επίσης τους επιτρέπει να αναγνωρίζουν και να διαχειρίζονται τις συναισθηματικές τους αντιδράσεις, μειώνοντας τον αντίκτυπο του άγχους και των προσωπικών δυσκολιών στην επαγγελματική τους ζωή. Τέλος, η εργασία φαίνεται να λειτουργεί ως μέσο κοινωνικοποίησης και κανονικότητας, δίνοντας στους συμμετέχοντες μια αίσθηση παραγωγικότητας και συμμετοχής στην κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα προσφέρει ευκαιρίες για προσωπική ανάπτυξη και ενδυνάμωση.

Ωστόσο, η εργασία μπορεί και να λειτουργήσει ως παράγοντας κινδύνου για την ψυχική υγεία, όταν οι συνθήκες εργασίας είναι αρνητικές ή τοξικές. Παράγοντες όπως ο υπερβολικός φόρτος εργασίας, η πίεση χρόνου, η ανασφάλεια, οι διακρίσεις, η έλλειψη υποστήριξης, η παρενόχληση ή ο εκφοβισμός μπορούν να οδηγήσουν σε άγχος, κατάθλιψη, επαγγελματική εξουθένωση και άλλες μορφές ψυχικής επιβάρυνσης. Όλοι οι συμμετέχοντες αναφέρουν τη δυσκολία στην επικοινωνία και τις διαπροσωπικές σχέσεις στον εργασιακό χώρο, ιδιαίτερα όταν υπάρχει έλλειψη κατανόησης ή στιγματισμός σχετικά με την ψυχική υγεία. Παράλληλα, η ύπαρξη ενός υποστηρικτικού περιβάλλοντος, όπως στην περίπτωση του Γ. με την πολυεθνική εταιρεία ή του Β. με τη δουλειά του στο ΚοιΣΠΕ, φαίνεται να βοηθά στην προσαρμογή και ενσωμάτωσή τους στο εργασιακό περιβάλλον, ενώ αντίθετα, σε περιβάλλοντα με έντονη πίεση ή επιθετικότητα, η ψυχική τους κατάσταση δυσχεραίνει την αποδοτικότητά τους και την ευημερία τους.

Ένα κοινό σημείο στις αφηγήσεις των συμμετεχόντων είναι η αυτοστιγματιστική τάση που αναγνωρίζουν, ειδικά ο Γ. και ο Β., οι οποίοι νιώθουν ότι δεν ανταποκρίνονται πάντα στις δικές τους προσδοκίες ή δυσκολεύονται να θέσουν όρια στο χώρο εργασίας. Μια κοινή πρόκληση που αναφέρεται σε όλες τις ιστορίες είναι η ανάγκη για ένα πιο ευέλικτο και υποστηρικτικό εργασιακό περιβάλλον που να κατανοεί τις ειδικές ανάγκες των ατόμων με ψυχικές διαταραχές, παρέχοντας παράλληλα και ευκαιρίες για προσωπική και επαγγελματική ανάπτυξη χωρίς να επιβάλλει υπερβολική πίεση ή στιγματισμό. Ανεξάρτητα από το αν ο εργαζόμενος αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα ψυχικής υγείας, η δημιουργία ενός ασφαλούς και υγιούς εργασιακού περιβάλλοντος όπου θα δίνεται έμφαση στην πρόληψη, την υποστήριξη και την καταπολέμηση του στίγματος, αποτελεί θεµελιώδες δικαίωµα.

Η εργασία, επομένως, μπορεί να λειτουργήσει τόσο προστατευτικά όσο και επιβαρυντικά για την ψυχική υγεία των εργαζομένων. Είναι αναγκαίο να δίνεται έμφαση στην πρόληψη των προβλημάτων ψυχικής υγείας μέσα από τη διαχείριση των ψυχοκοινωνικών κινδύνων, την αναδιαμόρφωση του εργασιακού περιβάλλοντος και την υποστήριξη των εργαζομένων με στοχευμένα προγράμματα και παρεμβάσεις. Αποβλέποντας σε όλα τα παραπάνω δημιουργήθηκαν οι Κοινωνικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένης Ευθύνης (Κοι.Σ.Π.Ε.), οι οποίοι εμφανίστηκαν και στις αφηγήσεις των συμμετεχόντων. Οι Κοι.Σ.Π.Ε. είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου με περιορισμένη ευθύνη των μελών τους. Αποβλέπουν στην κοινωνικο-οικονομική ενσωμάτωση και την επαγγελματική ένταξη των ατόμων με σοβαρά ψυχοκοινωνικά προβλήματα, συμβάλλοντας στη θεραπεία τους και στην κατά το δυνατόν οικονομική τους αυτάρκεια. Παρέχουν υπηρεσίες αξιολόγησης ετοιμότητας για εργασία, ομάδες ανάπτυξης εργασιακών δεξιοτήτων (job clubs) και εξατομικευμένης επαγγελματικής συμβουλευτικής, τακτικές ομάδες υποστήριξης εργαζομένων και επίλυσης προβλημάτων, επισκέψεις από επαγγελματίες ψυχικής υγείας στον εργασιακό χώρο για υποστήριξη και ειδικές ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις, εκπαίδευση και ενημέρωση της τοπικής κοινότητας.

Σύμφωνα με τον Ευρωπαικό Οργανισμό για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία, στόχος κάθε εργασιακού περιβάλλοντος χρειάζεται να είναι η προώθηση της καλής ψυχικής υγείας, η λήψη προληπτικών δράσεων για την άρση των ψυχοκοινωνικών κινδύνων για όλους τους εργαζόμενους και η υποστήριξη των εργαζομένων για την αντιμετώπιση του εργασιακού στρες. Προτεραιότητα οφείλει να αποτελεί και η υποστήριξη των εργαζομένων που αντιμετωπίζουν προβλήματα ψυχικής υγείας, μέσα από την παροχή αποτελεσματικών σχεδίων αποκατάστασης και επιστροφής στην εργασία ώστε να υπάρξει- εκτός από ψυχιατρική φροντίδα- και μια “επόμενη ημέρα” για τους ψυχικά πάσχοντες.

Προς αυτήν την κατεύθυνση, η Ε.Π.Α.Ψ.Υ. τάσσεται διαχρονικά στο πλευρό των εργαζομένων, αναγνωρίζοντας τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν στον σύγχρονο εργασιακό χώρο, τον καθοριστικό ρόλο της ψυχικής ευημερίας στην επαγγελματική απόδοση και τη συνολική ποιότητα ζωής. Μέσω της υλοποίησης εξειδικευμένων διαλέξεων ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης σε μεγάλους οργανισμούς και επιχειρήσεις, συμβάλλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη μιας κουλτούρας πρόληψης, έγκαιρης αναγνώρισης και διαχείρισης θεμάτων ψυχικής υγείας στον χώρο εργασίας. Με γνώμονα τη δημιουργία υγειών, υποστηρικτικών και χωρίς αποκλεισμούς επαγγελματικών περιβαλλόντων, προάγεται η ψυχική ανθεκτικότητα, ενδυναμώνονται οι εργαζόμενοι και καλλιεργούνται συνθήκες που αποτρέπουν την επαγγελματική εξουθένωση και το ψυχικό φόρτο.

*Ψυχολόγος MSc, Κέντρο Ημέρας Franco Basaglia ΕΠΑΨΥ

**Ψυχολόγος MSc, Κέντρο Ημέρας Franco Basaglia ΕΠΑΨΥ