Τα σχολεία, όπως και τα Πανεπιστήμια, είναι οργανισμοί οι οποίοι λειτουργούν με ορισμένους κανόνες. Η θέσπιση των κανόνων αυτών σπανίως είναι αποτέλεσμα δημοκρατικής διαβούλευσης με την εκπαιδευτική κοινότητα. Σχεδόν πάντα αποφασίζονται από την εκάστοτε εξουσία και ανάλογα με τις ιδεολογικές της καταβολές διαμορφώνεται και το επίπεδο αυστηρότητας ή επιείκειάς τους.
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι κάποιες φορές (λιγότερο συχνά απ’ ό,τι εμφανίζεται στα ΜΜΕ) στους εκπαιδευτικούς οργανισμούς παρατηρούνται έκνομες πράξεις οι οποίες χρήζουν αντιμετώπισης από τις διοικήσεις τους. Η αντιμετώπιση αυτή οφείλει να είναι παιδαγωγικά συμμορφωτική και όχι τιμωρητική. Υπό την έννοια αυτή το μέτρο της αποβολής ανήκει σε μια άλλη εποχή, όταν η απομάκρυνση από την τάξη ήταν ένα κοινωνικό στίγμα, ενώ ταυτόχρονα τις περισσότερες φορές υπήρχε και η συναίνεση της οικογένειας στην τιμωρία του μαθητή, συναίνεση καθόλου αυτονόητη σήμερα. Σε κάθε περίπτωση, η απομάκρυνση του μαθητή από το σχολικό περιβάλλον δεν μπορεί να θεωρηθεί μέσο σωφρονισμού, είναι παιδαγωγικά λάθος και χρειάζεται να σκεφτούμε άλλους τρόπους διαχείρισης των προβλημάτων βίας και πειθαρχίας που παρουσιάζονται στο σχολείο.
Οι προτάσεις που διατύπωσε η αρμόδια επιτροπή υπό την προεδρία της καθηγήτριας Βάσως Αρτινοπούλου για παροχή «κοινωνικής εργασίας» από τους απείθαρχους μαθητές εντός της σχολικής μονάδας βρίσκονται γενικά σε σωστή κατεύθυνση, υπό τις παρακάτω δύο προϋποθέσεις:
– Ο μαθητής δεν θα πρέπει να χάνει τα μαθήματά του απομακρυνόμενος από τη σχολική τάξη. Το όποιο επιπρόσθετο καθήκον θα πρέπει να είναι εκτός σχολικού ωραρίου ή στα διαλείμματα, πάντα μέσα στη σχολική μονάδα. Τα καθήκοντα αυτά οφείλουν να έχουν παιδαγωγικό και όχι τιμωρητικό χαρακτήρα, που θα εξευτελίζει την προσωπικότητα του μαθητή. Αλλο είναι να τακτοποιήσεις τη σχολική βιβλιοθήκη ή να αρχειοθετήσεις έγγραφα και άλλο να πετάς τα σκουπίδια ή να καθαρίζεις την αίθουσα διδασκαλίας.
– Το δεύτερο σημείο αφορά την ονομασία του μέτρου. Θα ήταν προτιμότερο να ονομάζεται «βοηθητική ή επικουρική εργασία» παρά «κοινωνική εργασία», η οποία παραπέμπει στο ποινικό σύστημα.
Οσον αφορά τα Πανεπιστήμια, η διαγραφή φοιτητών είναι μέτρο που παραπέμπει στην εποχή της δικτατορίας. Τότε εφαρμόστηκε για τελευταία φορά στη χώρα μας. Η εκπαίδευση είναι αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα του ανθρώπου και αναγνωρίζεται ακόμη και σε όσους έχουν διαπράξει σοβαρά αδικήματα και βρίσκονται στη φυλακή. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η παραβατική συμπεριφορά πρέπει να μένει ατιμώρητη. Οταν οι έκνομες πράξεις είναι σοβαρές και επιλαμβάνεται η Δικαιοσύνη, οφείλουμε να περιμένουμε την ετυμηγορία της με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Οταν πρέπει να αντιμετωπιστεί πειθαρχικά εντός του ΑΕΙ, υπάρχει μια κλιμάκωση ποινών που ξεκινούν από την επίπληξη και μπορεί να φτάσουν μέχρι τον αποκλεισμό από τις εξετάσεις για κάποιο χρονικό διάστημα. Σε καμία, όμως, περίπτωση δεν έχουμε το δικαίωμα να διαγράψουμε τον παραβάτη φοιτητή.
Η κυβέρνηση, όπως με την περίπτωση της πανεπιστημιακής αστυνομίας, λειτουργεί με κοινωνικό αυτοματισμό, αγνοώντας ή παραβιάζοντας θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα όπως είναι το δικαίωμα στη μόρφωση. Και αν η πανεπιστημιακή αστυνομία ακυρώθηκε στην πράξη γιατί παραβιάζει κατάφωρα τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων, όπως επιτυχώς ανέδειξαν ο τ. πρύτανης και η υπεύθυνη Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, ενώπιον μάλιστα του σημερινού υφυπουργού αρμόδιου για θέματα ΑΕΙ, κ. Παπαϊωάννου, το αίτημα της διαγραφής φοιτητών για πειθαρχικά παραπτώματα θα απορριφθεί όταν τεθεί ενώπιον της Δικαιοσύνης.
Τέλος, στη χώρα της υπερβολής ας είμαστε μια φορά ψύχραιμοι και λογικοί. Ούτε τα σχολεία μας, ούτε τα Πανεπιστήμιά μας είναι κέντρα ανομίας. Οποιος θέλει να τα παρουσιάσει ως τέτοια ρίχνει σκοπίμως νερό στον μύλο της ιδιωτικής εκπαίδευσης. Η δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση είναι ένα δικαίωμα που κατακτήθηκε με αγώνες και θυσίες και κανένας λογικός πολίτης αυτής της χώρας δεν έχει διάθεση να το απεμπολήσει υπονομεύοντάς το.
*Καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών
